counter

free counters

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010

Ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός και τo "Ζήτημά των Τσάμηδων.

«Ο Χάρτης της Τσαμουριάς» κατά την Ιστοσελίδα της Αλβανικής οργάνωσης CAMERIA




του Αντγου ε.α Αγγελοπούλου Χριστοφόρου
Αποσπάσματα από τον ημερήσιο ελληνικό Τύπο

της 19ης Οκτ 2004 σχετικά με την επίσημη τριήμερη

επίσκεψη του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Αλβανία:
« Παραμονές της επίσκεψης ,σωματεία Τσάμηδων προγραμμάτιζαν δυναμικές διαδηλώσεις στα Τίρανα τις οποίες ματαίωσαν αφού έλαβαν διαβεβαιώσεις από την επίσημη πολιτική ηγεσία ότι θα θέσει η ίδια τα θέματα στον Έλληνα Πρόεδρο» ...............(εφημερίδα Καθημερινή).

«Και όταν επιτακτικά και επίμονα του τέθηκε ,καταρχήν από τον ίδιο τον Αλβανό Πρόεδρο Μοϊσιου και αργότερα από Αλβανή δημοσιογράφο θέμα Τσάμηδων στην Ελλάδα και ζήτημα με τις περιουσίες τους ο Έλληνας Πρόεδρος απήντησε αυστηρά με κατηγορηματικό τρόπο ΄΄για μένα το θέμα είναι ανύπαρκτο.΄΄» ..........(εφημερίδα Νέα)



Ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός

Η Γέννηση του Αλβανικού Εθνικισμού και Μεγαλοϊδεατισμού

Η γενεσιουργός αιτία του Ζητήματος των Τσάμηδων θα πρέπει να αναζητηθεί ταυτόχρονα με την δημιουργία του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού.
Λίγο πριν από την περίοδο που η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να καταρρέει (περίοδος Ανατολικής Κρίσης 1885-1887) η Οθωμανική εξωτερική πολιτική διαβλέπουσα την αδυναμία της να διατηρήσει στο μέλλον τις Βαλκανικές κατακτήσεις της και προκειμένου να εμποδίσει την διανομή τους μεταξύ των ορθοδόξων βαλκανικών κρατών σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις της Συνθήκης του Αγ. Στεφάνου (Μάρτιος 1878), επιδίωξε την δημιουργία του Αλβανικού έθνους δίνοντας για πρώτη φορά εθνική υπόσταση στον αλβανικό παράγοντα της περιοχής. Όπως είχαν διαμορφωθεί οι συνθήκες ένα είδος «προτεκτοράτου» ελεγχόμενο από εκτουρκισθέντες «μουσουλμάνους Αλβανούς αδελφούς» είναι ότι το καλύτερο μπορούσε να επιδιώξει .
Τις παραμονές του Συνεδρίου του Βερολίνου με την ενθάρρυνση και ανοχή των Τούρκων αλλά και την βοήθεια της Ιταλίας συστάθηκε στο Κοσσυφοπέδιο η οργάνωση "Αλβανική Ένωση για τα Δικαιώματα του Αλβανικού Έθνους" γνωστή ως "Λίγκα του Πρίζρεν" με έδρα την Κωνσταντινούπολη η οποία βαθμιαία επέκτεινε τις δραστηριότητές της μέχρι τα Ιωάννινα και την Πρέβεζα.
Έτσι κατά το Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούλιος 1878) που επακολούθησε παρουσιάσθηκαν για πρώτη φορά οι αντιπρόσωποι της Λίγκας ως παρατηρητές . Μέσα στα πλαίσια της παραπάνω πολιτικής και της περιστασιακής σύμπτωσης των συμφερόντων μεταξύ Τούρκων και Αλβανών, η Λίγκα του Πρίζρεν ζητά από την Πύλη την ένωση όλων των «αλβανικών εδαφών» που μέχρι τότε ήταν διηρημένα στα Βιλαέτια (οθωμανικές διοικητικές περιφέρειες) Σκόρδας, Κοσσυφοπεδίου, Μοναστηρίου και Ιωαννίνων σ΄ένα "αυτόνομο" Βιλαέτι υπό την επικυριαρχία της Πύλης

Το ΄΄αυτόνομο Βιλαέτι΄΄της Λίγκας του Πριζρέν

Είναι φανερό ότι η περιοχή που καλύπτει το επιδιωκόμενο τότε να δημιουργηθεί αυτόνομο Βιλαέτι στην ουσία οριοθετεί και την μέχρι σήμερα διεκδικούμενη Μεγάλη Αλβανία .
Στη φάση αυτή συγκεκριμενοποιείται πλέον και ο «Αλβανικός Εθνικισμός» και εκφράζονται κατά πρώτον οι διεκδικήσεις για τη δημιουργία Αλβανικού Έθνους Τελικά με την υποστήριξη της Αυστρίας αλλά και της Ιταλίας τον Δεκέμβριο του 1912 αναγνωρίζεται από τις Μεγάλες Δυνάμεις το Αλβανικό κράτος ενώ στις 17 Μαΐου 1913 με την Συνθήκη του Λονδίνου τα οριστικά σύνορα και ο διακανονισμός όλων των άλλων θεμάτων του νεοσύστατου κράτους ανατέθηκαν στις Μεγάλες Δυνάμεις . Κατά τις προκαταρκτικές διαβουλεύσεις (Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη) οι Αλβανοί αντιπρόσωποι της προσωρινής κυβερνήσεως προέβαλαν απαιτήσεις που περιελάμβαναν ολόκληρο το Κοσσυφοπέδιο και οι περιοχές Σκοπίων, Μοναστηρίου που κατέχονταν από τη Σερβία και προς νότο ,την περιοχή μέχρι λίγο ΒΔ της Καστοριάς, αμέσως ανατολικά του Μετσόβου μέχρι τον Αμβρακικό δηλαδή την περιοχή του «Βιλαετίου Ιωαννίνων» που ταυτίζεται με τη σημερινή ελληνική Ήπειρο την οποία η αλβανική προπαγάνδα παρουσιάζει στο σύνολο της ως Τσαμουριά .
Την περίοδο αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συγκεκριμενοποιήθηκε και ο Αλβανικός Αλυτρωτισμός και Μεγαλοϊδεατισμός αφού η οριστικοποίηση των συνόρων άφησε έξω τις περιοχές των «Αλβανών αδελφών» που κατά την αλβανική αντίληψη δικαιωματικά τους ανήκαν δηλαδή Κοσσυφοπέδιο, Μαυροβούνιο, Σκόπια και προς νότο ή Ήπειρος που έμειναν εκτός του νέου αλβανικού κράτους.
Έκτοτε οι Αλβανοί ουδέποτε συμβιβάσθηκαν με τα όρια που διεθνώς αναγνωρίσθηκαν με την σύσταση του Αλβανικού κράτους υποστηρίζοντας ότι σε αυτά έπρεπε να συμπεριληφθούν και τα υπόλοιπα «αλβανικά εδάφη» όπως αυτά είχαν προβλεφθεί από την Λίγκα του Πρίζρεν το 1878.
Αποτελεί κατά συνέπεια μόνιμο εθνικό στόχο και κύριο άξονα της εθνικής αλβανικής πολιτικής "η απελευθέρωση των σκλαβωμένων Αλβανών" και η ενσωμάτωση των αλβανικών εδαφών στην Αλβανία η δημιουργία δηλαδή της Μεγάλης Αλβανίας



Το Ζήτημα των Τσάμηδων

Δημιουργία του Ζητήματος των Τσάμηδων από το 1912 έως το 1935

Τσαμουριά κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ονομαζόταν η περιοχή της Ηπείρου που περιελάμβανε τις επαρχίες Παραμυθιά, Φιλιατίου, Πάργας και Μαργαριτίου (με την περιφέρεια Θυαμίδος) καθώς και μερικά χωριά του Δελβίνου και άρχιζε από την εκβολή του Αχέροντα φτάνοντας μέχρι του Βουθρωτό προς τα μεσόγεια δε μέχρι τις Δυτικές υπώρειες του Ολύτσικα (Τομάρου).
Γεωγραφικά ο χώρος αυτός συμπίπτει με την κατά την αρχαιότητα χώρα της Ηπείρου Θεσπρωτία κατοικημένη από το ελληνικό φύλλο των Θεσπρωτών. Συναφές με την Τσαμουριά είναι και το όνομα Τσάμης και Τσάμηδες που προέρχεται πιθανότατα από την παραφθορά του αρχαίου ονόματος του Ποταμού Καλαμά (Θυαμίς-Τσιαμίς-Τσάμης).
.Κατά μια άποψη οι Τσάμηδες δεν είναι ούτε τουρκικής ούτε αλβανικής καταγωγής αλλά πρόκειται για το μέρος εκείνο του ελληνικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας (Χριστιανοί από τον ΣΤ΄ αιώνα περίπου) οι οποίοι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα τον ΙΣΤ΄ αιώνα (ατυχή επανάσταση του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Τρίκκης Διονυσίου το 1611) εξισλαμίσθηκαν είτε δια της βίας είτε θεληματικά ενώ παράλληλα η εξάρτηση και οι σχέσεις τους με τους Αλβανούς Αγάδες της περιοχής οδήγησε στην άρνηση της ελληνικής γλώσσας και υιοθέτηση της αλβανικής..
Το σπέρμα του διαχωρισμού των Τσάμηδων ως μια ξεχωριστή κοινότητα στην περιοχή Θεσπρωτίας φαίνεται ότι δημιουργήθηκε κατά την περίοδο του Βαλκανικού Πολέμου και μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό.
Το Φεβρουάριο του 1913 που λευτερώθηκε η Ήπειρος, οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες που ήταν μεχρι τότε Τούρκοι υπήκοοι, Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σύμφωνα με τη Συνθήκης Ειρήνης της Αθήνας, κατέστησαν Έλληνες υπήκοοι.
Μετά τη δημιουργία του αλβανικού κράτους και κατά την περίοδο των εργασιών της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης (Σεπτέμβριος 1913) και της Διεθνούς Επιτροπής Καθορισμού των Νοτίων Συνόρων οι Αλβανοί επιδιώκοντας την υλοποίηση της Μεγάλης Αλβανίας της Λίγκας του Πριζρέν, υποκίνησαν ορισμένους Τσάμηδες να διεκδικήσουν την προσάρτηση της Θεσπρωτίας στο νέο Αλβανικό κράτους χωρίς όμως αποτέλεσμα . Ατυχώς όμως για την Ελλάδα τελικά η ελληνική Βόρειος Ήπειρος περιελήφθη στα σύνορα του νέου κράτους.
Το θέμα λαμβάνει συγκεκριμένη πλέον μορφή συνδυασμένο άμεσα με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό από την περίοδο των διαπραγματεύσεων της Συνθήκης της Λωζάνης.
Σύμφωνα με την Σύμβαση Ελλάδος-Τουρκίας της 30 Ιανουαρίου 1923 περί ανταλλαγής πληθυσμών και σύμφωνα με έκθεση της Μεικτής Επιτροπής της KτΕ κρίθηκε ότι το Μουσουλμανικό στοιχείο στην Ελλάδα έχει «Τουρκική καταγωγή και συνείδηση» και κατά συνέπεια θεωρείται ανταλλάξιμο.
Η Αλβανία αποβλέπουσα στα πολλαπλά οφέλη εκ της δημιουργίας μιας αλβανικής μειονότητας στην Ελλάδα και με την παρακίνηση και υποκίνηση της Ιταλίας προβάλλει την αξίωση να εξαιρεθούν οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της ανταλλαγής παρουσιάζοντάς τους ως Αλβανούς. Σε αντίθετη περίπτωση η Αλβανία θα ελάμβανε μέτρα κατά των Βορειοηπειρωτών.
Το 1924 οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες υποβάλλουν υπόμνημα προς την ΚτΕ διαμαρτυρόμενοι για την απολοτρίωση των τσιφλικιών και από την ελληνική διοίκηση αν και γνώριζαν ότι το ίδιο είχε γίνει και με τα τσιφλίκια των Χριστιανών προκειμένου να αποκατασταθούν οι πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.
.Αποτελεί δε γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε στείλει στη Θεσπρωτία από το 1923 περίπου 18.000 Μικρασιάτες πρόσφυγες για εγκατάσταση στη περιοχή σε ανταλλαγή ισάριθμων περίπου Μουσουλμάνων Τσάμηδων που θεωρήθηκε ότι υπόκειντο στις προβλέψεις σχετικής Συνθήκης. Η αλβανική προπαγάνδα κινήθηκε δραστικά χρησιμοποιώντας κάθε μέσο (χρήματα, απειλές, εκβιασμούς ακόμη και δολοφονίες) για να εξουδετερώσει αυτές τις κινήσεις. Σαν αποτέλεσμα οι μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας για να αποφύγουν την ανταλλαγή με το υπ΄αριθμ. 2874/2 από 18-2-1926 Υπόμνημά τους προς την Ελληνική Κυβέρνηση, υποστήριξαν ότι είναι : "Αλβανοί την φωνήν και το γένος, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, αλλά πολίται Έλληνες από του ευτυχούς γεγονότος του 1912-1913".
Η Ελλάδα όμως δεν επωφελήθηκε από την ευκαιρία που της παρουσιαζόταν. Ήδη είχε καταλάβει την εξουσία στην Ελλάδα ο Αντιστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος, στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής του προσέγγισης με την Αλβανία, «πάγωσε» το 1925 κάθε προσπάθεια σχηματισμού ρεύματος εξόδου μεταξύ των Μουσουλμάνων της Τσαμουριάς ενώ εκκρεμούσε η μετανάστευση 5.οοο περίπου Τσάμηδων τους οποίους είχε δεχθεί η Τουρκία.
Οι μέχρι εκεί «καλές προθέσεις» του Θ. Πάγκαλου φαίνεται όμως ότι δεν αρκούσαν στην αλβανική πλευρά η οποία πιέζει με κάθε τρόπο για τα δικαιώματα των «αδελφών αλβανών Τσάμηδων» επιδιώκοντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς να αναγνωρισθεί η ύπαρξη αλβανικής μειονότητας στην Θεσπρωτία.
Στις αρχές του 1926 η ελληνική κυβέρνηση δέχθηκε να εξαιρέσει από την ανταλλαγή των πληθυσμών "όλους τους Τσάμηδες". Ταυτόχρονα κίνησε τη διαδικασία χορήγησης αμνηστίας σε όσους Μουσουλμάνους της Τσαμουριάς, είχαν επιβληθεί ποινές επειδή ενεργούσαν προπαγάνδα υπέρ της Αλβανίας και έκανε απροσδόκητα λόγο για ύπαρξη στην Ελλάδα «Αλβανικής μειονότητας» Παράλληλα διέλυσε όλους τους βορειοηπειρωτικούς συλλόγους, η ύπαρξη των οποίων ενοχλούσε ιδιαίτερα τα Τίρανα.
Η εφαρμογή αυτής της εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου, έναντι της Αλβανίας και ειδικότερα σ ότι αφορά στο ζήτημα των Τσάμηδων υπήρξε βαρύτατο σφάλμα. με μακροχρόνιες επιπτώσεις για τον ελληνισμό της Θεσπρωτίας ο οποίος πλήρωσε βαρύ τίμημα τα κατοπινά χρόνια μέχρι το 1944.
Έτσι το σύνολο των Τσάμηδων έμεινε στη Θεσπρωτία ενώ οι 18.000 Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία μετακινήθηκαν αναγκαστικά προς τη Μακεδονία.
Το 1927 η Αλβανία θέτει έντονα το θέμα της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων κτημάτων. Η ελληνική κυβέρνηση κάνει σαφές ότι δεν θα αναγνωριζόταν στους Αλβανούς κτηματίες δικαίωμα αποζημίωσης μεγαλύτερης από εκείνη που θα καταβαλλόταν στους Έλληνες.
Ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός ήδη χρησιμοποιούσε κάθε μέσον για τον διεθνή διασυρμό της Ελλάδας και την προβολή του «μειονοτικού προβλήματος» των δήθεν καταπιεζόμενων από τους Έλληνες Τσάμηδων.
Τον Μάρτιο του 1928 ταυτόχρονα με το θέμα της ειδικής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων κτημάτων, ο Αλβανός ΥΠΕΞ προσφεύγει στην ΚτΕ και θέτει καθαρά πλέον θέμα αναγνώρισης των Τσάμηδων ως μειονότητα εντός της ελληνικής δημοκρατίας.
Είναι φανερό ότι τα Τίρανα, σε εφαρμογής μιας σταθερής πολιτικής τους, προσπαθούσαν ανοιχτά πια, την ασήμαντη αυτή μειονότητα να την ανάγουν σε εστία αλβανικού αλυτρωτισμού μέσα στο ελληνικό έδαφος με σκοπό αφ' ενός να δικαιολογήσουν τις ήδη εκδηλωθείσες στην Αλβανία αλλυτρωτικές διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδος αφ' ετέρου να εκβιάσουν για την αποδοχή της λύσης που επεδίωκαν για το ζήτημα των κτημάτων
Η απόρριψη, τον Ιούνιο του 1928, της αλβανικής προσφυγής στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών (50η Σύνοδος του Συμβουλίου της ΚΤΕ), επέφερε την αλλαγή της αλβανικής πολιτικής που άρχισε να εφαρμόζει έναντι της Ελλάδος μία τακτική « ήπιων τόνων» με την οποία επιδιώκει την σταδιακή επιδίωξη των στόχων της .
Από τα τέλη όμως του 1930, η αλβανική πλευρά άρχισε να εκφράζει οξύτερες διαμαρτυρίες κατά της ελληνικής και - το κυριότερο - να διατυπώνει και πάλι αιτιάσεις την δήθεν άδικη μεταχείριση των Τσάμηδων από τις Αρχές της Ηπείρου και για το θέμα των αποζημιώσεων.
Το 1935 τελικά παρασχέθηκε με Νόμο η δυνατότητα προσφυγής στην Επιτροπή απαλλοτριώσεων εκείνων οι οποίοι θεωρούσαν ότι είχαν παράπονα για το θέμα των αποζημιώσεων και έγιναν μεμονωμένα πρόσφυγες οι οποίες και επανεκδικάσθηκαν .Έτσι το θέμα νομικά έκλεισε οριστικά.



Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940

Κατά την τραγική αυτή περίοδο οι Τσάμηδες, επιδιώκουν να εκμεταλλευθούν την κατοχή της χώρας μας για να υλοποιήσουν τα οράματα του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού.
Συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές , Ιταλούς και αργότερα Γερμανούς, διαπράττουν φρικαλέα εγκλήματα στην προσπάθεια τους να πετύχουν τον αφελληνισμό της περιοχής ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν να κηρύξουν την αυτοδιάθεση της Θεσπρωτίας με απώτερο σκοπό την ένωση της με την «Μητέρα Αλβανία».
Περί το τέλος του πολέμου εντάσσονται στα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής και συγκρούονται με τις αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΔΕΣ 1που δρούσαν στην περιοχή και τελικά με την κατάρρευση του Άξονα φοβούμενοι τις συνέπειες των τρομερών εγκλημάτων που διέπραξαν εγκαταλείπουν θεληματικά την περιοχή και εγκαθίστανται μόνιμα στην Αλβανία. Είναι φανερό ότι όλοι οι Τσάμηδες που εγκατέλειψαν την Ελλάδα δεν μπορεί να ήταν εγκληματίες. Μαζί με τους εγκληματίες έφυγαν και κάποιοι φιλήσυχοι πολίτες φοβούμενοι κατά την τραγική και ταραγμένη εκείνη συγκυρία μήπως ίσως θεωρηθούν και αυτοί υπεύθυνοι των φρικαλεοτήτων που διέπραξαν στο σύνολο τους σχεδόν οι ομόθρησκοί τους .
Ο αποδεδειγμένος επίσημα αριθμός των Τσάμηδων που εγκατέλειψαν την περιοχή είναι 18.576.




Οι Πρόσφατες Εξελίξεις

Από τις αρχές του 1990 ταυτόχρονα με τις εξελίξεις στην Αλβανία προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού και των ανοιγμάτων προς τη Δύση εμφανίζονται έντονα και οι υποβόσκουσες εθνικιστικές τάσεις του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και οι αντίστοιχες αλλυτρωτικές για τους «αλβανούς μουσουλμάνους αδελφούς» των γειτονικών χωρών.
Οι στην συνέχεια εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο στη Νοτ. Σερβία και τα Σκόπια επιβεβαιώνουν την εφαρμογή μιας μακροπρόθεσμης Εθνικής Στρατηγικής που ακολουθεί τις διαδοχικές φάσεις « πρόκληση εθνοτικής σύγκρουσης-αυτονομία -ανεξαρτησία -συνένωση με Αλβανία» με τελικό στόχο την Μεγάλη Αλβανία. Ταυτόχρονα από το 1990 παρουσιάζεται μια έντονη δραστηριότητα πολύπλευρης προβολής του Ζητήματος των Τσάμηδων και σε επίπεδο διεθνών και διμερών πολιτικών σχέσεων αλλά και μέσω οργανώσεων στο εσωτερικό της Αλβανίας και στη διασπορά.
Οι παραπάνω δραστηριότητες επικεντρώνονται στη διεθνή προβολή του Ζητήματος των Τσάμηδων μέσω μιας έντονης προπαγάνδας με ευρεία χρήση του διαδικτύου, επιδίωξη εκπροσώπησης σε διάφορους διεθνείς οργανισμούς (ΜΚΟ), προσφυγή σε επίσημους διεθνείς οργανισμούς ,εξασφάλιση υποστήριξης από άλλα κράτη όπως η Τουρκία και σύνδεση του όλου θέματος με τον Μουσουλμανικό Φονταμεταλισμό.
Το Ζήτημα των Τσάμηδων εξ άλλου φαίνεται ότι συνδυάσθηκε άμεσα - ως μέρος του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού - και με τις εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο ,Πρέσεβο και Σκόπια και κατά ανεπιβεβαίωτες δημοσιογραφικές πληροφορίες συνδέθηκε με πιθανή στρατιωτική δράση του Αλβανικού Απελευθερωτικού Στρατού (UCK).


Το Ζήτημα των Τσάμηδων - Υπαρκτό Πρόβλημα
Το Ζήτημα των Τσάμηδων είναι υπαρκτό για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα μετά δε τις πρόσφατες Βαλκανικές εξελίξεις θα πρέπει να θεωρείται «πρόβλημα» υπό την μορφή του «ενδεχομένου» για την χώρα μας «κινδύνου» αφού είναι συνυφασμένο διαχρονικά και αναπόσπαστα με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό και βρίσκεται σε δυναμική εξελικτική τροχιά.          Αναμφισβήτητα οι Τσάμηδες αποτελούν μια υπαρκτή πληθυσμιακή ομάδα τόσο στην Αλβανία όσο και την διασπορά η οποία αναπόφευκτα επηρεάζει και την εξωτερική και την εσωτερική πολιτική της χώρας τους . Τούτο διότι είναι αναμφίβολο ότι πιέζουν προς την κατεύθυνση της καταβολής αποζημιώσεων χωρίς να παραβλέπεται και η προβολή αλλυτρωτικών διεκδικήσεων κυρίως από εθνικιστικά στοιχεία. Ταυτόχρονα είναι δεδομένο ότι το Ζήτημα των Τσάμηδων είτε κεκαλυμμένα (αποζημιώσεις) είτε ευθέως αποτελεί αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης από τον εθνικιστικό αλβανικό παράγοντα σε ότι αφορά την υλοποίηση του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και εκεί συγκεκριμενοποιείται κυρίως το πρόβλημα για την Ελλάδα.
Σήμερα δεν διαπιστώνεται διακριτή παρουσία Τσάμηδων στη χώρα μας, θα πρέπει όμως να αναμένεται μια αναλογική παρουσία μέσα στο σύνολο των Αλβανών μεταναστών οι οποίο (αλβανοί μετανάστες) όμως για την Ήπειρο και ειδικότερα την Θεσπρωτία εκτιμώνται ως εξαιρετικά περιορισμένοι (0,2-0,3% του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού κατά την τελευταία απογραφή του 2001) ώστε να είναι δυνατόν να στηριχθούν γεωπολιτικές διεκδικήσεις και ανάλογη στρατηγική από πλευράς αλβανικού παράγοντα κατά τα πρότυπα Κοσσυφοπεδίου και Σκοπίων.
Η θεληματική αποχώρηση των 18546 Τσάμηδων από την Θεσπρωτία το 1944 θα πρέπει να θεωρείται γεγονός εθνικής σημασίας για τη χώρα μας. Εάν τούτο δεν είχε συμβεί, οι Τσάμηδες λόγω των υψηλών ρυθμών πληθυσμιακής ανάπτυξης το πιθανότερο θα αποτελούσαν σήμερα μια υπερτερούσα πληθυσμιακή εθνοτική ομάδα στην περιοχή με αυτονόητες συνέπειες για την περιοχή και την Ελλάδα γενικότερα.
Είναι όμως πιθανή και δυνατή υπό ορισμένες συνθήκες η δημιουργία μιας περιορισμένης πραγματικής ή πλασματικής εθνοτικής παρουσίας μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος κυρίως για δημιουργία εντυπώσεων3 λόγω ελαστικότητας του μεταναστευτικού Νόμου και της αδυναμίας ελέγχου του όλου συστήματος (είσοδος, νομιμοποίηση, παραμονή, εγκατάσταση, μετακίνηση)



Η Αλβανική Πολιτική
Η σημερινή Αλβανία:

Επίσημα είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη να συγκαλύψει το όραμα της Μεγάλης Αλβανίας με μια «δυτικόστροφη» πολιτική των «ανοικτών συνόρων», «ελεύθερης μετακίνησης» και «ελεύθερης επικοινωνίας» του αλβανικού πληθυσμού.

Στα παραπάνω πλαίσια το Ζήτημα των Τσάμηδων :
Ως μέρος του «Εθνικού Θέματος» υποστηρίζεται από όλα τα αλβανικά πολιτικά κόμματα.
Προβάλλεται σε διεθνές και διμερές επίπεδο ως θέμα ενδιαφέροντος της Αλβανίας για τα δικαιώματα μιας «αλβανικής μειονότητας».
Επιδιώκεται η διεθνοποίηση του θέματος με σκοπό την αναγνώριση των Τσάμηδων ως μειονότητα μέσω ΜΚΟ και του αλβανικού Λόμπυ.
Δεν συνδέεται άμεσα με εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδος
Οι προβαλλόμενες διεκδικήσεις συγκεκριμενοποιούνται με την αξίωση για καταβολή αποζημιώσεων στους Τσάμηδες για την απώλεια των περιουσιών τους.



Εκτιμώμενες Βαλκανικές Εξελίξεις
O αλβανικός παράγων δεν αναμένεται να εμπλακεί άμεσα με το θέμα των Τσάμηδων όσο εκκρεμούν οι εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο, Νοτ. Σερβία και ΠΓΔΜ που αποτελούν και τους μείζονος σημασίας και προτεραιότητος αλλυτρωτικούς του στόχους, αλλά θα το συντηρεί εφαρμόζοντας μια πολιτική «χαμηλών εντάσεων» (διμερείς σχέσεις, προπαγάνδα, προσφυγή σε διεθνείς οργανώσεις κ.λ.π) και μια στρατηγική περιορισμένων επί μέρους στόχων (αναγνωρίσεως μειονότητας, αποζημιώσεων κ.λ.π) λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών αποτρεπτικών ιδιαιτεροτήτων του θέματος (Διεθνής θέση και ισχύς της Ελλάδος κ.λ.π).
Σε περίπτωση όμως περαιτέρω ευνοϊκών εξελίξεων στο Κοσσυφοπέδιο και ΠΓΔΜ από πλευράς αλβανικών επιδιώξεων θα διαμορφωθούν ανάλογα και στρατηγικές «μεγαλυτέρων απαιτήσεων» και για την περίπτωση της Τσαμουριάς.
Πλέον όμως των παραπάνω εάν ποτέ οι αστάθμητες εξελίξεις στην Βαλκανική οδηγήσουν σε ευρύτερη Βαλκανική κρίση με εμπλοκή του συνόλου σχεδόν των Βαλκανικών χωρών κατά την θεωρία του Ντόμινο είναι δυνατόν να εμφανισθούν μαξιμαλιστικές επιδιώξεις και σ’ότι αφορά την χώρα μας.
Κατά συνέπεια παρά το ότι ελληνικές δυνατότητες από πλευράς Εθνικής Ισχύος εκτιμώνται ως υπέρ αρκετές για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε «ενδεχομένων» που μπορεί να επιχειρήσει ο αλβανικός παράγων στη χώρα μας, εκτιμάται ως σκόπιμο και αναγκαίο και ότι αφορά το Ζήτημα των Τσάμηδων να μελετηθούν και σχεδιασθούν πολιτικές και μέτρα για κάθε «ενδεχόμενο» όσο και να φαίνεται απομεμακρυσμένο.



Ειδικότερα:

Πολιτικές
Ανεξάρτητα της επίσημης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής η οποία ορθώς δεν αποδέχεται την ύπαρξη θέματος Τσάμηδων, θα πρέπει το υπόψη Ζήτημα των Τσάμηδων να αναγνωρισθεί στα πλαίσια των εθνικών μας θεμάτων ως «υπαρκτό πρόβλημα» για την ελληνική πραγματικότητα το οποίο ως αναπόσπαστο μέρος του ευρισκομένου ήδη σε τροχιά υλοποίησης Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού είναι δυνατόν να δημιουργήσει μελλοντικούς ενδεχομένως κινδύνους για τη χώρα μας η αντιμετώπιση των οποίων θα πρέπει έγκαιρα να μελετηθεί και σχεδιασθεί.
Η Ελλάς δεν θα πρέπει να αναγνωρίσει ούτε το προβαλλόμενο από πλευράς επίσημης αλβανικής πολιτικής δικαίωμα αποζημιώσεων των Τσάμηδων αφού μια τέτοια αναγνώριση στην ουσία νομιμοποιεί διεθνώς τους Τσάμηδες ως «υπαρκτή μειονότητα» που εκδιώχθηκε βίαια από την Ελλάδα και τους συνδέει με την διεκδικούμενη περιοχή της Θεσπρωτίας.



Τσάμηδες και Μεταναστευτικό
Με δεδομένο ότι η ανυπαρξία εθνοτικής ομάδας Τσάμηδων στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Θεσπρωτία ,θα πρέπει να καταβληθεί από ελληνικής πλευράς κάθε προσπάθεια για την μη δημιουργία μιας πραγματικής ή και τεχνητής μειονότητας Τσάμηδων στην περιοχή αυτή μέσω του Μεταναστευτικού Ρεύματος των ευρισκομένων στην Ελλάδα Αλβανών.
Κατά συνέπεια η έγκριση παραμονής Αλβανών μεταναστών να γίνεται ελεγχόμενη και λελογισμένα ώστε να αποφεύγεται κυρίως η εγκατάστασή της σε παραμεθόριες περιοχές και ιδιαίτερα στην Ήπειρο όπου στρέφονται οι αλβανικές αλλυτρωτικές επιδιώξεις.



Προσφυγή σε Διεθνείς Οργανισμούς ή Θεσμικά Όργανά των
Θα πρέπει να μελετηθεί από ελληνικής πλευράς ο τρόπος αντίδρασης για την διαφαινόμενη ήδη αλβανική πολιτική προσφυγής σε νομικά και θεσμικά όργανα των Διεθνών Οργανισμών αλλά και της Ελλάδος (όπως του Συνηγόρου του Πολίτη )για τη διεκδίκηση συγκεκριμένων οικονομικών και άλλων διεκδικήσεων που έχουν σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα ή δικαιώματα μειονοτήτων.



Η Αλβανική Προπαγάνδα

Η ελληνική αντίδραση στην αλβανική προπαγάνδα είναι αναγκαία,έστω και συγκεκαλυμμένα, συντονιζόμενη όμως και κατευθυνόμενη από τον αρμόδιο κρατικό φορέα. Η ενεργοποίηση ΜΚΟ και Οργανώσεων Αποδήμων και του ελληνικού Λόμπυ κυρίως στις ΗΠΑ και η ευρεία χρησιμοποίηση Διαδικτύου μέσω ΜΚΟ ή ελληνικών οργανώσεων της διασποράς ή και ακόμη μεμονωμένων ατόμων για την αντίκρουση της αλβανικής προπαγάνδας αποτελούν μερικά από τα κύρια μέτρα που μπορεί να ληφθούν.



Το «Μείζον Πρόβλημα»

Συμπερασματικά το «Ζήτημα των Τσάμηδων» αποτελεί πρόβλημα για την χώρα μας στην έκταση που αποτελεί παράμετρο του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού ο οποίος θα πρέπει να θεωρείται και η κυρία μελλοντική απειλή για την ασφάλεια και σταθερότητα στην Βαλκανική .
Εάν κάποιοι καθίσουν κάποτε γύρω από ένα τραπέζι για να αποφασίσουν «πόσο μεγάλη Αλβανία» τους συμφέρει να δημιουργήσουν και τραβήξουν μερικές γραμμές στο χάρτη, τότε είναι βέβαιο ότι κάποιοι θα ζημιωθούν και τότε κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η Ελλάς θα μείνει έξω από αυτό το παιχνίδι.
Στην εποχή των ασύμμετρων απειλών και των συναφών κινδύνων θα ήταν σφάλμα να αποκλείσει και παραβλέψει κανείς το ενδεχόμενο μίας τέτοιας εξέλιξης .
Κατά συνέπεια η ελληνική εξωτερική πολιτική θα πρέπει να εστιασθεί στην αντιμετώπιση του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού εντάσσοντας στο πλαίσιο αυτό και το Ζήτημα των Τσάμηδων στο μέτρο βέβαια που του αναλογεί, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο.



1Μάχες Παραμυθιάς και Μενίνας Ιούνιο και Αύγουστο 1944 αντίστοιχα.

2Σύμφωνα με την επίσημη απογραφή του Νομού Θεσπρωτίας της 16ης Οκτωβρίου 1940, ο συνολικός πληθυσμός του ήταν 62.457 κάτοικοι, από τους οποίους Έλληνες Χριστιανοί 44.352 (ποσοστό 71%) και Μουσουλμάνοι, Έλληνες υπήκοοι 18.576 (ποσοστό 27%)

3Στην ιστοσελίδα της οργάνωσης CAMERIA πλέον της αναφερομένης "γενοκτονίας" των Τσάμηδων από τους Έλληνες (εορτάζεται ως επέτειος η "γενοκτονίας της 27 Ιουνίου 1944"),υποστηρίζεται ότι στην Ελλάδα διαβιούν περίπου 1.000.000 Τσάμηδες και το σύνολο των Αλβανών συμπεριλαμβανομένων και των Αρβανιτών είναι περίπου 3.000.000.

ΠΗΓΗ : ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ  -  ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ.

"Κτύπησαν" μεγάλο κοίτασμα πετρελαίου στο βόρειο Αιγαίο.

Επιτυχή γεώτρηση της "Ενεργειακής Αιγαίου" στο κοίτασμα "Ε" και εντοπισμός 30.000.000 βαρελιών για τα επόμενα 14 χρόνια είναι τα πολύ σημαντικά νέα που έρχονται από το βόρειο Αιγαίο!


Υπολογίζεται ότι θα αυξηθεί άμεσα στα 5.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως η παραγωγή του Πρίνου, μετά από την επιτυχή ολοκλήρωση της γεώτρησης στο κοίτασμα «Έψιλον».....

Σύμφωνα με ανακοίνωση της εταιρείας που εκμεταλλεύεται τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων της περιοχής, της Ενεργειακής Αιγαίου, η γεώτρηση δόθηκε στην παραγωγή σήμερα και αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά την ημερήσια δυναμικότητα της εταιρείας, καθώς οι αρχικές εκτιμήσεις ξεπερνούν τα 3.000 βαρέλια την ημέρα, ποσότητα που θα ανεβάσει τη συνολική ημερήσια παραγωγή στα 5.000 βαρέλια.

Τα συνολικά αποθέματα του κοιτάσματος «Έψιλον» εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα 30 εκατομμύρια βαρέλια και η εταιρεία θα προβεί σε νέες μελλοντικές γεωτρήσεις, προκειμένου να διασφαλίσει τη βέλτιστη εκμετάλλευση του κοιτάσματος. Το «Έψιλον» είναι το πρώτο νέο κοίτασμα που παράγει πετρέλαιο στην χώρα μας μετά από 14 χρόνια.

H γεώτρηση είναι η πιο σύνθετη και μεγαλύτερη σε μέγεθος που έχει πραγματοποιηθεί στη χώρα μας μέχρι σήμερα, έχει συνολικό μήκος 5.500 μέτρα και διήρκησε συνολικά 3 μήνες.

Το 2009, η Ενεργειακή Αιγαίου επένδυσε συνολικά 80 εκατομμύρια δολάρια σε γεωτρήσεις στην περιοχή του Πρίνου στην Καβάλα, που αύξησαν την ημερήσια παραγωγή της εταιρείας, από 1.000 βαρέλια ανά ημέρα πριν την έναρξη του επενδυτικού προγράμματος, σε 5.000 βαρέλια στην παρούσα φάση.

Ο Μαθιός Ρήγας, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ενεργειακής Αιγαίου δήλωσε ότι το επενδυτικό πλάνο συνεχίζεται με μια νέα γεώτρηση η οποία θα ξεκινήσει άμεσα και περαιτέρω έρευνες.

ΠΗΓΗ: defencenet.gr

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ.

Τού Σάββα Καλεντερίδη.

Η ίδρυση της ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ


Ενώ μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90 οι μηχανισμοί του βαθέος κράτους δρούσαν «αποτελεσματικά» εναντίον των παραδοσιακών εχθρών, που ήταν οι Έλληνες, οι Αρμένιοι, μετά το 1960 οι αριστεροί και μετά το 1980 οι Κούρδοι, η εμφάνιση δυο νέων παραμέτρων στο πολιτικό και γεωπολιτικό σκηνικό της περιοχής, επέβαλε τον εκσυγχρονισμό των δομών του βαθέος κράτους και τη δημιουργία μηχανισμών που θα μπορούσαν να εξουδετερώσουν τις νέες απειλές.

Οι δυο νέες παράμετροι-απειλές για το βαθύ κράτος ήταν η εμφάνιση στο προσκήνιο του πολιτικού Ισλάμ και η πολιτική των ΗΠΑ στο Ιράκ και συγκεκριμένα η πρόθεση της Ουάσιγκτον να ιδρύσει ένα αυτόνομο (στην αρχή) κουρδικό κράτος στο Νότιο Κουρδιστάν (Β. Ιράκ).

Η πρώτη παράμετρος από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 προσωποποιείται στον Ρετζέπ Ταγίπ Εντρογάν και στο Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), που, σύμφωνα με τη λογική του βαθέος κράτους, απειλεί τον κοσμικό χαρακτήρα του τουρκικού κράτους και την ίδια την Τουρκική Δημοκρατία, και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με μια σειρά ενεργειών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται παρασκηνιακές κινήσεις και επεμβάσεις στα πολιτικά κόμματα και σε προσωπικότητες της πολιτικής ζωής, στις τάξεις της Δικαιοσύνης και των υψηλόβαθμων δικαστικών λειτουργών, στις τάξεις της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, των πρυτάνεων και των καθηγητών, των ΜΜΕ κλπ.

Η δεύτερη παράμετρος, δηλαδή η πολιτική των ΗΠΑ στο Κουρδικό, που έχει δυο κύρια σκέλη, το κουρδικό κράτος του Νοτίου Κουρδιστάν και τους πολιτικούς σχηματισμούς των Κούρδων στην Τουρκία, με κυρίαρχο το ΡΚΚ, σύμφωνα πάντα με τη λογική και τις εκτιμήσεις του βαθέος κράτους, συνιστά άμεση απειλή εναντίον της «αδιάσπαστης ενότητας του τουρκικού έθνους και κράτους»

Για να αντιμετωπιστούν οι δυο νέες παράμετροι-απειλές, το βαθύ κράτος αποφάσισε να προχωρήσει στην ίδρυση ενός μυστικού υπερκράτους, ισχυρότερου από το θεσμικό κράτος, το οποίο θα είναι σε θέση να εξουδετερώσει την «ισλαμική απειλή» και την «κουρδική απειλή», στο βαθμό που αυτή αντλούσε δύναμη και δυναμική από την πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή.

Η οργάνωση αυτή ονομάστηκε ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ και άρχισε να δρα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 σε όλους τους προαναφερόμενους τομείς.

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ.

Τού Σάββα Καλεντερίδη.

Η Τουρκία, εκτός από αυτή καθαυτή τη γραφειοκρατία και τους μηχανισμούς, έχει κληρονομήσει επίσης την παράδοση, τη φιλοσοφία και την αντίληψη της δημόσιας διοίκησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία με τη σειρά της τα κληρονόμησε όλα αυτά από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.


Πρακτικά τι σημαίνει αυτό; Ότι το κράτος κατά παράδοση είναι υπεράνω της πολ... Περισσότεραιτικής και οι υπηρεσιακοί παράγοντες υπέρτεροι των πολιτικών. Άρα, το κράτος και οι παράγοντές του είναι αυτοί που παράγουν πολιτική και χαράσσουν το μέλλον της χώρας, ενώ τα κόμματα και οι πολιτικοί, κατά κάποιον τρόπο, περιορίζονται στο ρόλο του διεκπεραιωτή και του κομπάρσου στην διαχείριση των μεγάλων θεμάτων και της εξουσίας γενικότερα. Η κατάσταση αυτή είχε - έχει ως αποτέλεσμα την εκπαίδευση και την κατάρτιση πολύ αξιόλογων γραφειοκρατών και τεχνοκρατών στελεχών στο στρατό, το υπουργείο εξωτερικών και κυρίως στην περίφημη Διεύθυνση Κρατικού Σχεδιασμού (Devlet Planlama Teskilati), στελέχη τα οποία είναι σε θέση να σχεδιάζουν και να παράγουν συνήθως αξιόπιστες και αποτελεσματικές πολιτικές σε κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν τη γειτονική χώρα.

Τα πιο χαρισματικά στελέχη, μάλιστα, από το χώρο της κρατικής γραφειοκρατίας, προωθούνται και καταλαμβάνουν σημαντικές θέσεις στα κόμματα και σε κυβερνητικές θέσεις, με αποτέλεσμα να εκπροσωπείται αυθεντικά το κράτος και η αντίληψή του στον καθαυτό χώρο της πολιτικής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ο Τουργκούτ Οζάλ, ο Ρετζάι Κουτάν, ο Ιλχάν Κεσιτζί κ.ά., που πήραν το βάπτισμα του πυρός σε κρίσιμες υπηρεσίες του κράτους (Υπηρεσία Διαχείρισης Υδατίνων Πόρων, Υπηρεσία Κρατικού Σχεδιασμού κ.λπ.) και στη συνέχεια θήτευσαν στο χώρο της πολιτικής, παίζοντας επί δεκαετίες πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας.Στις αρχές της δεκαετίας του 1990... Περισσότερα οι υπηρεσίες του τουρκικού κράτους έβαλαν στο μικροσκόπιο την ελληνικό τουρισμό, τότε που μόνη της η Ρόδος είχε περισσότερες ξενοδοχειακές κλίνες από ολόκληρη την Τουρκία και έβαλαν ως στόχο τη δημιουργία κατάλληλου νομικού πλαισίου και την ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών, με στόχο την ανάπτυξη του τουρισμού και τον υποσκελισμό της Ελλάδος στον τομέα αυτό.


Η συγκεκριμένη έκθεση έπεσε στα χέρια των ελληνικών υπηρεσιών και τότε όλοι χαρακτήρισαν ως υπερβολικούς τους στόχους που είχε θέσει η τουρκική γραφειοκρατία. Δέκα χρόνια μετά, η Τουρκία ξεπέρασε σε αριθμό επισκεπτών και σε τουριστικό συνάλλαγμα την Ελλάδα, που απλά έμενε περίπου στάσιμη και παρατηρούσε τη γειτονική χώρα να υποδέχεται 30.900.000 τουρίστες το 2008 και η χώρα μας λιγότερο από τους μισούς.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η τουρκική γραφειοκρατία συνέταξε έκθεση για το μέλλον του εξαγωγικού εμπορίου της Τουρκίας και έβαλε ως στόχο, από τα 27 δισεκατομμύρια δολάρια που είχε η αξία των τουρκικών εξαγωγών το 2000, τα τέλη της δεκαετίας να ξεπεράσουν τα 100 δισεκατομμύρια. Το 2008 οι εξαγωγές της Τουρκίας ξεπέρασαν τα 127 δισεκατομμύρια δολάρια, παρά την παγκόσμια κρίση και ήδη στοχεύουν να ξεπεράσουν τα 200 δισεκατομμύρια, έναντι των ελληνικών, που κινήθηκαν στα 17.333,1 εκατ. ευρώ. Η συγκεκριμένη έκθεση των κρατικών υπηρεσιών της Τουρκίας έπεσε έγκαιρα στα χέρια των ελληνικών υπηρεσιών, μεταφράστηκε και έτυχε της «κατάλληλης αξιολόγησης». Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Η Ελλάδα απλά παρατηρεί να ανοίγει η ψαλίδα των τουρκικών εξαγωγών, που μεταξύ άλλων, έχουν αυξηθεί ανάλογα και στην ίδια τη χώρα μας.

Αντίστοιχες εκθέσεις έχουν συνταχθεί και για τον κρίσιμο τομέα της ναυπήγησης πλοίων και της εμπορικής ναυτιλίας, με στόχο την ανάπτυξη των τομέων αυτών στην Τουρκία, με πνεύμα ανταγωνισμού απέναντι στους αντίστοιχους ελληνικούς, που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα, όπως και ο τουρισμός. Οι εκθέσεις αυτές έπεσαν στα χέρια των ελληνικών αρχών, μεταφράστηκαν και απλά τόσα χρόνια παρατηρούμε την ανάπτυξη του ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα στην Τουρκία (και μάλιστα με ελληνική βοήθεια) και ευτυχώς όχι ακόμα αυτού της εμπορικής ναυτιλίαςΤη φορά αυτή, οι γραφειοκράτες και οι τεχνοκράτες της Άγκυρας έχουν θέσει ως στόχο τον συνολικό εκσυγχρονισμό της χώρας τους και συνέταξαν ένα στρατηγικό σχέδιο που έχει ως στόχο, το 2023... Περισσότερα, που συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, η Τουρκία να συμπεριληφθεί στις δέκα μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου και να είναι σε θέση να επηρεάζει δραστικά τις παγκόσμιες πολιτικές.


Με άλλα λόγια, τη στιγμή που η Ελλάδα και ο Ελληνισμός διέρχονται μια σοβαρή εθνική κρίση, που συνίσταται κυρίως στην έλλειψη εθνικού οράματος, την κρίση αξιών και την κρίση στον τομέα της λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας, η τουρκική γραφειοκρατία επεξεργάζεται και θέτει σε εφαρμογή ένα μεγαλεπήβολο στρατηγικό σχέδιο που χαράσσει και καθορίζει την πορεία της γειτονικής χώρας για ολόκληρο τον 21ο αιώνα, δίνοντας ένα μεγάλο και φιλόδοξο όραμα στον τουρκικό λαό, και όλα αυτά παρά τα προβλήματα εθνοτικής και θρησκευτικής ομοιογένειας που αντιμετωπίζει. Θα λέγαμε ότι η Τουρκία προσπαθεί να κάνει τη φυγή προς τα εμπρός, όχι μόνο για να πετύχει τους φιλόδοξους στόχους που θέτει, αλλά για να ξεφύγει και να ξεπεράσει τα σοβαρά προβλήματα που την ταλανίζουν.

Αν και είναι θλιβερό να φτάνει κανείς σε τέτοια κατάσταση, δηλαδή να παίρνει ως παράδειγμα την Τουρκία, ελπίζουμε, όμως, ότι τη φορά αυτή, ο κρατικός μηχανισμός, ο πολιτικός κόσμος, η ακαδημαϊκή κοινότητα και η πολιτική διανόηση στην Ελλάδα θα ξεπεράσει τα προβλήματα συνδικαλιστικής σήψης, κομματικής παθογένειας, εξάρτησης-διαπλοκής και διαφθοράς που αντιμετωπίζει και θα αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Οι καιροί ου μενετοί.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

O Κίνδυνος τού Ισλάμ.

Ας δούμε λοιπόν για το πως σκέφτονται οι μελοντικοί ((συμπατριώτες μας)),αν το Ελληνικό κράτος δώσει Ελληνική ιθαγένεια σε μουσουλμάνους μετενάστες.
Η MARY HABECK ειναι ερευνήτρια και κάνει την ανοτομία τής Ισλαμικής θρησκείας ,εχουν μεγάλο ενδιαφέρον τα συμπεράσματα που εχει βγάλει γιατί αγγίζουν τη πραγματικότητα.




Λέει λοιπόν;Η Σύγκρουση που οι Ιεροπολεμιστές τη θεωρούν αναπόφευκτη καμία σχέση δεν εχει με τη ((σύγκρουση των πολιτισμών))του Σάμουελ Χάντιγκτον .Αντίθετα,πρόκειται για μία συγχώνευση αντιλήψεων τους για το φιλελευθερισμό ,τον οποίο θεωρούν υπέρτατο κακό,και μεσαιωνικών ισλαμικών θεωριών που χωρίζουν τον κόσμο σε δύο εχθρικές παρατάξεις¨:Τόν Οίκο του Ισλάμ και τον Οίκο τού πολέμου.Ο Οίκος του Ισλάμ(ντάρ αλ-Ισλάμ)περιλαμβάνει ολα τα εδάφη υπο την κυριαρχία του Ισλάμ ,ενώ ο Οίκος του πολέμου(ντάρ αλ-χαμπρ)αφορά τον υπόλοιπο κόσμο που αρνείται να αναγνωρίσει την κυριαρχία του Ισλάμ και γιαυτό βρίσκεται διαρκώς υπο την απειλή του πολέμου.Η πλειοψηφία τους υποστηρίζει οτι ο θεμελιώδης διαχωρισμός του κόσμου γίνετε ανάμεσα στούς υποστηρικτές της Αλήθειας(αλ-Χακ)και στον αιώνιο εχθρό της το Ψεύδος(μπατίλ)που αποκαλείται και απιστία(κούφρ).Αυτά τα δύο ειναι ασυμβίβαστα.Η επίθεση των τζιχαντιστών κατά της Δύσης ειναι ολομέτωπη:δεν καταγγέλουν απλώς τα πολιτικά σφάλματά της ,δέν αντιστέκονται στόν πολιτιστικό ηγεμονισμό ,αρνούνται την αυτονομία και την αυτοδιάθεση του ατόμου ,χτυπούν την ιδια τη φιλοσοφική ρίζα απο οπου ξεπηδά η εννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ,αποκρούουν τη δημοκρατία ως κοσμοαντίληψη και ως τρόπο ζωής.Στή θέση τους βάζουν τη βούληση του Αλλάχ ,την απόλυτη ,την ολοκληρωτική κυριαρχία ενος υπερβατικού Αλλάχ.Ιδέες οπως θρησκευτική και πολιτική ελευθερία,πλουραλισμός,φιλελευθερισμός ,διάλογος μεταξύ θρησκειών ειναι για αυτούς ανάθεμα και καταδικαστέες ως μη Ισλαμικές.Πιστεύω πως εχουμε μια αποψη ακόμα ,για τούς μελλοντικούς ((Ελληνοποιημένους))μετανάστες απο το Ισλάμ.                            

ΠΗΓΗ: MARY HABECK ΕΙΔΙΚΗ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΛΑΜ.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΑΙΤΙΑ – ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ - ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ.

Του Στρατηγού ε.α. Ε. ΚΑΠΡΑΒΕΛΟΥ



Παρά τις αρχικές προβλέψεις για μακρά περίοδο ειρηνικής συμβιώσεως, μετά την κατάργηση του διπολισμού και το τέλος του ψυχρού πολέμου, εισήλθαμε στη νέα χιλιετία αντιμέτωποι με νέους κινδύνους για την ασφάλεια.
Η εποχή μας εγκαινίασε ένα παλαιό φαινόμενο ως νέο «είδος πολέμου» ˙ το θέατρο επιχειρήσεων παγκόσμιο, το πεδίο της μάχης παντού, ο εχθρός αόρατος, ο στόχος ανυποψίαστος ˙ από την Ιαπωνία, στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον, στο Μπαλί, στη Μόσχα ˙ και η συνέχεια άγνωστη ˙ η αξία της ανθρώπινης ζωής μηδαμινή. Κατά τον επιτιθέμενο μπορεί τα θύματα να είναι άμαχοι, αλλά δεν είναι και αθώοι, αφού ανήκουν στις κοινωνίες του «εχθρού» του.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ), ο Οργανισμός του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) και η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) επιχείρησαν να προσδιορίσουν τους νέους κινδύνους, που ενδεχομένως, θα αποσταθεροποιούσαν το διεθνές σύστημα. Τις ονόμασαν «ασύμμετρες απειλές» και «ασύμμετρο πόλεμο», που ορίζεται ως «η χρησιμοποίηση κατώτερης ισχύος εναντίον τρωτών σημείων ενός κράτους, προς επίτευξιν δυσανάλογα μεγάλου αποτελέσματος, με σκοπό την υπονόμευση της θελήσεώς του και την επίτευξη του στόχου του ενεργούντος».
Στις απειλές αυτές κατέταξαν τις διάφορες μορφές της διεθνούς τρομοκρατίας, τη διασπορά όπλων μαζικής καταστροφής, τη λαθρομετανάστευση, τον εθνικοθρησκευτικό φανατισμό και ριζοσπαστισμό, το διεθνές οργανωμένο έγκλημα, τις απειλές από συστήματα που βασίζονται στη χρήση του διαστήματος, τον πόλεμο των πληροφοριών (Πειρατές των συστημάτων πληροφορικής).
Η τρομοκρατία αναπτύσσεται τόσο στις δυτικές μητροπόλεις, όσο και στις ίδιες τις αναπτυσσόμενες χώρες, ιδιαίτερα δε στις χώρες του λεγομένου ισλαμικού τόξου, και τείνει να αποκτήσει τη δική της ιδεολογία, που θα μπορούσε να συνοψισθεί σε θέσεις όπως ˙ σύγχρονη μορφή του αναρχισμού, αρνητική στάση απέναντι στην ανοιχτή κοινωνία, αντίθεση εναντίον όλων των δυτικών κοινωνιών (αντιδυτικισμός). Η τρομοκρατία δεν είναι παρά ένα μέρος του «διεθνούς προβλήματος», ένα διεθνές φαινόμενο που τρέφεται από αυτό και τείνει να καταστεί ανεξέλεγκτο.
Η τρομοκρατία, ομολογουμένως, αποτελεί την κυρία απειλή, αφού η ίδια διαπλέκεται με όλες τις άλλες, σε βαθμό που γίνεται δυσδιάκριτος ο διαχωρισμός σκοπών και μέσων. Πρόβλημα, που δεν έχει μόνο θεωρητική σημασία, είναι ο ορισμός της και η αντιδιαστολή της από το πολιτικό έγκλημα. Διακρίνεται σε ατομική, που είναι το μέσον ατόμων και μικρών ή μεγαλυτέρων ομάδων, και κρατική, στην οποία ανήκει και η κρατικά υποστηριζομένη.
Η μελέτη του φαινομένου με τις θεωρίες και τις θεωρήσεις της επιστήμης των διεθνών σχέσεων είναι δύσκολη, αφού στην πλειονότητα των περιπτώσεων πρόκειται περί «μη κρατικών δρώντων». Τα σύγχρονα ΜΜΕ μεγεθύνουν το φαινόμενο, γεγονός που συνεπάγεται, εμμέσως, την εξυπηρέτηση του σκοπού των ενεργούντων και την παρακίνηση του μιμητισμού.


ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ



Η αναζήτηση των αιτίων και η προσπάθεια ερμηνείας των αποτελεί υποχρέωση της διεθνούς κοινότητας και των επί μέρους κρατών, ώστε να προταχθεί η στρατηγική της αντιμετωπίσεως του διεθνούς προβλήματος και η συλλογική προσπάθεια καταστολής του φαινομένου της τρομοκρατίας.
Η ανισομερής οικονομικής ανάπτυξη και συμμετοχή στα διεθνή δρώμενα και το έλλειμα εκδημοκρατισμού και χρηστής και αποτελεσματικής διακυβερνήσεως σε πολλές υπανάπτυκτες και αναπτυσσόμενες χώρες και μάλιστα ανεξάρτητα από τον φυσικό τους πλούτο, επιβάλλει τη μετατόπιση του διακυβεύματος των διεθνών σχέσεων στον άξονα Βορρά – Νότου. Το ίδιο ισχύει και εντός των κρατών, όπου, σε ορισμένα, το λεγόμενο «όριο της φτώχειας» καλύπτει μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού τους.
Περιφερειακές συγκρούσεις, όπως π.χ. το Παλαιστινιακό, που δεν νομιμοποιούν, βεβαίως, ούτε είναι η πραγματική αιτία των τρομοκρατικών κτυπημάτων, επιβαρύνουν το κλίμα, φανατίζουν τις μάζες και δημιουργούν συνθήκες για την στρατολόγηση τρομοκρατών.
Η διάλυση της Ενώσεως Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ) και του Συμφώνου της Βαρσοβίας (ΣΒ) αποδέσμευσε εθνικιστικές τάσεις ανεξαρτησίας σε πολλές περιοχές, πέραν των εν εξελίξει παγκοσμίως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ανταγωνισμοί, γεωστρατηγικοί και γεωοικονομιοί, για την παραγωγή, μεταφορά και εν γένει εκμετάλλευση των πηγών ενεργείας του Καυκάσου και της Κασπίας, περιπλέκουν έτι περισσότερο την κατάσταση στην περιοχή.
Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός κατά πάσης νεωτερικής ερμηνείας του Ισλάμ, όπως π.χ. η δημοκρατική διακυβέρνηση ισλαμικής χώρας, και κατά του δυτικού πολιτισμού, που επηρέασε ή επέβαλε και επηρεάζει τέτοιες εξελίξεις, από μακρού αποτελεί βασική αιτία προκλήσεως και οργανώσεως της «ισλαμικής τρομοκρατίας». Αυτή είναι είτε ανεξάρτητα είτε καθεστωτικά-κρατικά υποστηριζόμενη για δράση εντός των ισλαμικών χωρών ή εκτός αυτών κατά των δυτικών κοινωνιών. Όσον αφορά την οικονομική διάσταση αυτού του είδους της βίας, η οικονομική εξαθλίωση και φτώχεια, τα απολυταρχικά καθεστώτα και οι δικτατορίες της μιας ή άλλης παραλαγής ή «επαναστατικά κινήματα» στον ισλαμικό κόσμο επιτείνουν το φαινόμενο. Ο Μπιν Λάντεν και η Αλ-Κάϊντα προσβλέπουν στην ανόρθωση του αραβικού και ισλαμικού κόσμου, μέσω της επιστροφής στη μεσαιωνική «καθαρότητά» του.
Ο ιστορικός αντιδυτικισμός, που αναπτύχθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες της αποικιοκρατίας και οπωσδήποτε ορισμένες κρίσιμες πολιτικές επιλογές των ΗΠΑ και της Δύσεως, συνολικά – Μεσανατολικό, χρηματοδότηση και εκμετάλλευση εξτρεμιστικών οργανώσεων για ίδιους σκοπούς κ.λ.π. – σε συνδυασμό ή ανεξάρτητα με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, διαμορφώνουν την ψυχολογία του «καμικάζι (αυτόχειρα) τρομοκράτη» και του αυταρχικού και επιθετικού «ηγέτου» και τα σύνδρομά του, που οι τοπικές κοινωνίες αναδεικνύουν ή ανέχονται.
Πάσης μορφής εκκρεμούντα παγκόσμια και περιφερειακά προβλήματα, π.χ. προστασία περιβάλλοντος, διεθνές εμπόριο, υπόθεση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, υποστήριξη κάθε λογής αυταρχικών καθεστώτων κ.λ.π. εμπεδώνουν το αίσθημα της αδικίας.
Στη δεκαετία του ’70 και λιγότερο του ’80 η ευρωπαϊκή τρομοκρατία απειλούσε τα θεμέλια των κοινοβουλευτικών καθεστώτων της Δυτικής Ευρώπης. Τα «κράτη-υποστηρικτές» και οι «ενδιάμεσες» διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις, που τους παρείχαν εκπαίδευση και μέσα, μας είναι σήμερα γνωστά. Κράτη του ΣΒ, Λιβύη, Λίβανος, Συρία, Ιράν, Ν. Υεμένη, Κούβα, Νικαράγουα ˙ οργανώσεις όπως PLO, AL FATAH κ.α. Η διάλυση του ΣΒ έδωσε τέλος στη δράση των ευρωπαϊκών τρομοκρατικών οργανώσεων, που ήδη είχαν αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά, πλην IRA και ΕΤΑ, που έχουν άλλους στόχους.
ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Το πλήγμα της 11 Σεπτεμβρίου 2001 ανέδειξε τη διεθνή τρομοκρατία ως τον υπ΄αριθμόν ένα κίνδυνο ασφαλείας στον κόσμο, ανεπτυγμένο και μη. Τίποτε δεν είναι καθαρά εθνικό, εσωτερικό ζήτημα ή καθαρά διεθνές. Ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος προσπαθεί να φανεί ως θετική εξέλιξη, είναι, όμως, πιο ευάλωτος.
Αναζητώντας τις συνέπειες, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, επιγραμματικά και όχι ολοκληρωμένα, τις σκέψεις που ακολουθούν :
Επηρεάσθηκε η πορεία της οικονομίας και ειδικότερα η προοπτική αναπτύξεως και η εξέλιξη της υφέσεως. Υπήρξαν άμεσες συνέπειες στους κλάδους των αεροπορικών εταιρειών, των ασφαλειών και του τουρισμού. Αξίζει επίσης να αναφέρουμε την απειλή για τα συστήματα πληρωμών, της αγοράς χρήματος και κεφαλαίου, καθώς και για τις επενδύσεις. Οι καταστροφικές δυνατότητες των τρομοκρατών στις σύγχρονες οικονομίες είναι πολύ μεγάλες. Η «γενικευμένη αβεβαιότητα» συντηρεί τις αρνητικές οικονομικές επιδράσεις, που πλήττουν και τις ασθενέστερες, οικονομικά, χώρες.
Η παγκοσμιοποιημένη τρομοκρατία αποτελεί έναν αόρατο εχθρό, που διαχέεται ως δίκτυο σε πολλά κράτη. Το γεγονός αυτό καθιστά δύσκολο τον εντοπισμό του και περιορίζει το συγκριτικό πλεονέκτημα των κρατών, που συνίσταται στον έλεγχο των μέσων καταστολής και των γνωστών μέσων διεξαγωγής του πολέμου.
Διακυβεύεται η αποδόμηση των συμμαχιών των ΗΠΑ και της Δύσεως, συνολικά, με τα μετριοπαθή αραβικά κράτη. Οι εκατέρωθεν μονομερείς, μη κατάλληλοι χειρισμοί ενδέχεται, μακρόπνοα, να οδηγήσουν σε σύγκρουση Ισλάμ-Δύσεως.
Δεν μετεβλήθη ριζικά η κατανομή της ισχύος μεταξύ των πρωταγωνιστών της διεθνούς σκηνής, αλλά θα υπάρξουν σημαντικές επιπτώσεις στο διεθνές σύστημα και στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική των κρατών.
Η υψηλή στρατηγική της «πρωτοκαθεδρίας», του «νέο-απομονωτισμού» ή της «επιλεκτικής εμπλοκής» των ΗΠΑ μάλλον χάνουν σε αξιοπιστία και αναβαθμίζεται η πρακτική της «συλλογικής, συνεργατικής ασφαλείας» υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Η προσέγγιση των ΗΠΑ με την Ρωσία κατά την εκστρατεία στο Αφγανιστάν κατέληξε στο τέλος του Μαίου του 2002 στο Συμβούλιο ΝΑΤΟ-Ρωσίας, που εγγίζει την ένταξη της Μόσχας στη Συμμαχία. Μετά από δεκαετή αναζήτηση, η τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα αποτελούν πλέον τον «νέο εχθρό» του ΝΑΤΟ και έτσι δικαιολογείται η συνέχιση της υπάρξεώς του και η προσαρμογή του στα νέα δεδομένα.
Η ΕΕ με την Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφαλείας και Αμύνης (ΚΕΠΑΑ) και τη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Δυνάμεως Ταχείας Αντιδράσεως (ΕΔΤΑ), γνωστής και ως «Ευρωστρατός», προσπαθεί να αχθεί, συν τοις άλλοις, σε ένα αποτελεσματικότερο σύστημα αστυνομεύσεως, να θεσπίσει κοινούς κανόνες για τη μετανάστευση, το άσυλο, τους πρόσφυγες και τις μειονότητες. Έργο δύσκολο, αφού αντιπαρατίθενται η κοινή αντίληψη με τις εθνικές ιδιαιτερότητες και επιλογές, καθώς και το παραδοσιακό δίλημμα της ΕΕ : «ευρωπαϊκή ανεξαρτησία» ή υπαγωγή στις «ατλαντικές δομές». Με τον τρόπο αυτό δοκιμάζεται, βεβαίως, και το εγχείρημα για τη δημιουργία μιας Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) από θέση ισοτιμίας.
Η τρομοκρατία, ως συστηματική επίθεση κατά των δημοκρατικών δομών των δυτικών κρατών, προξενεί πολιτική αστάθεια, φέρει τις κυβερνήσεις ενώπιον του διλήμματος ή να θεσμοθετήσουν και να ασκήσουν αποτελεσματική καταστολή ή να θεωρηθούν ανίκανες, και αλλοιώνει το φρόνημα των πολιτών. Ενδεχομένως φθείρει τους όρους της ομαλής δημοκρατικής διακυβερνήσεως, π.χ. με ανάδειξη τυχαίων ηγετών, με ανατροπή των κατακτήσεων του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που συγκροτούν τη βάση του πολιτισμού μας.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η σοβαρότητα των συνεπειών της δράσεως της διεθνούς τρομοκρατίας επιβάλλει στη διεθνή κοινότητα την άμεση επέμβασή της.
Η Ομάδα των Πλουσίων με την Ρωσία (G7+1), οι ΗΠΑ και η ΕΕ, που αναζητεί τη δική της ταυτότητα στον κόσμο, θα πρέπει, στα πλαίσια του ΟΗΕ και του διεθνούς δικαίου :
Να ανοίξουν την πολιτική συζήτηση και να επιδιώξουν την επίλυση των διεθνών πολιτικών προβλημάτων που χρονίζουν.
Να ελέγξουν τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις (ανισότητες, αστάθεια, αβεβαιότητες), που συνδέονται με το τωρινό παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο διακυβερνήσεως και ρυθμίσεως της παγκόσμιας οικονομίας.Να επανεξετάσουν την εσωτερική τους πολιτική, θεσμικά και πρακτικά.
Με άλλα λόγια, οι αντιδράσεις πρέπει να ενταχθούν σε νέα, συνολική στρατηγική διαχειρίσεως των παγκοσμίων υποθέσεων, δηλαδή του «διεθνούς προβλήματος», στα πλαίσια του ΟΗΕ, ως προβλήματος συλλογικής και όχι μονομερούς ασφαλείας, με βαρύτητα στην πρόληψη.
Σε ό,τι αφορά στην ΕΕ, οι μέχρι τώρα χειρισμοί τέτοιων κρίσεων ανέδειξαν τα «ελλείματά» της.

  ΠΗΓΗ : ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ  - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ.

ΚΥΠΡΟΣ ΠΟΛΥΠΑΘΗ.

"Το Κυπριακό Πρόβλημα και η αναμενομένη (;) λύσις του”



Η Κύπρος, από τον καιρό του ελληνικού εποικισμού τον 15ο π.Χ. αιώνα, από Αρκάδες κι΄άλλους Πελοποννήσιους Αχαιούς, ως την εποχή του τελευταίου Πτολεμαίου (αποστάτου της Αιγυπτιακής οικογένειας) βασιλιά της (56 π.Χ.), ακολούθησε τα ρεύματα των επικυριαρχιών της Ανατολικής Μεσογείου. Ασσύριοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Έλληνες, Αλέξανδρος, Επίγονοι κατά περίπτωση επικυριάρχησαν της νήσου. Ουδέποτε όμως κατακτήθηκε και ουδέποτε επίσης αμφισβητήθηκε η ελληνικότητα του πληθυσμού της. Γλώσσα, θρησκεία, πολιτισμός ήσαν και παρέμεναν ελληνικά σε αρμονία με τον υπόλοιπο σύγχρονο ελληνισμό.



Το 56 π.Χ. είναι, ίσως, η αρχή του Κυπριακού προβλήματος. Ο φαύλος Πατρίκιος Πόπλιος Κλώδιος Δήμαρχος της Ρώμης, επέτυχε συγκλητικόν ψήφισμα να καταληφθεί η Κύπρος και να δημευθεί η περιουσία του Πτολεμαίου, διότι (δήθεν) υπέθαλπε τους τρομοκρατούντας τότε την Ρώμην Κιλικιανούς πειρατές. Ο χρηστός Κάτων εκτελών το ψήφισμα κατέκτησε την Κύπρον. Αργότερα ο Καίσαρ πρώτος και ο Αντώνιος στη συνέχεια, την δωρίζουν στην Κλεοπάτρα και μετά ο Αύγουστος την προσφέρει πάλι στο δήμο της Ρώμης και αυτός με τη σειρά του στον Αυτοκράτορα.



Το 45 μ.Χ. δέχεται το κήρυγμα Παύλου και Βαρνάβα και ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος εκ των πρώτων προσηλυτίζεται. Ο Βαρνάβας ξαναγυρίζει στην Κύπρο, μένει μονίμως σ΄αυτήν, διδάσκει, χειροτονεί, μαρτυρεί και θάπτεται με το χειρόγραφο του, κατά Ματθαίον, Ευαγγελίου στο στήθος του, ιδρυτής της Εκκλησίας της Κύπρου. Αυτό το χειρόγραφο θα δώσει στην Εκκλησία της Κύπρου και τον επικεφαλής της Αρχιεπίσκοπο ξεχωριστή αξία και τιμή. Είναι πρώτος ο Επιφάνιος (310-403), Αρχιεπίσκοπος το 367, που τιμάται με τη ρήση του Θεοδοσίου του Α΄ (Μεγάλου) «ει τις τω πατρί Επιφανίω ουχ υπακούει….εξέρχεσθαι της νήσου», για την εμπέδωση της χριστιανικής θρησκείας στη νήσο. Η αυτοκρατορική ρήσις στηρίζει και την ανεξαρτησία της Κυπριακής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο της Αντιοχείας. Το 431 η Σύνοδος της Εφέσου ορίζει επισήμως το αυτοκέφαλον «δι΄εαυτών τας χειροτονίας ποιείσθαι».



Τελικώς το 485 ο Αυτοκράτωρ Ζήνων διέταξε τους Αντιοχείς να μην οχλούν την Εκκλησίαν της Κύπρου και εις ανταπόδοσιν της προσφοράς του χειρογράφου Ευαγγελίου του Βαρνάβα όρισε όπως ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου «φέρει σκήπτρον αντί ράβδου, ερυθρό μανδύα κατά τας τελετάς και υπογράφει δια κιναβάρεως». Αυτή η αυτοκρατορική απόφασις απέδωσε στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου πρόσθετο κοσμικό κύρος, ώστε, σε καιρούς απομονώσεως και κενού εξουσίας, να ανάγεται εις θέσιν Αντιβασιλέως ή Εθνάρχου.



Η εμφάνισις των αραβικών επιδρομών (Σαρακηνοί) αναστάτωσε τη ζωή της Κύπρου, με κορύφωση το 690, οπότε ο Ιουστινιανός ο Β΄ εις στιγμήν πανικού, αδυνατών να υπερασπισθεί την Κύπρον, οδήγησε εις μετοικεσίαν μεγάλο μέρος του Κυπριακού λαού και τις εκκλησιαστικές αρχές, ιδρύσας, για την εγκατάστασή τους, την Ιουστινιανούπολη κοντά στην Κύζικο. Το 697 οι Κύπριοι παλινόστησαν στην Κύπρο. Αυτή η θλιβερή επταετία διαμνημονεύεται στη φήμη του Αρχιεπισκόπου, όπου αναφέρεται ως «Νέας Ιουστινιανής».



Το 964 ο Νικηφόρος Φωκάς εκβάλει οριστικώς τους Άραβες (Σαρακηνούς) από την Κύπρο. Η απόστασή της από το αυτοκρατορικό κέντρο δίνει την ευκαιρία στους διοικητές της, να αυτονομούνται και ενίοτε να αποστατούν. Ως νέος Πτολεμαίος αποστάτης, ο, κατ΄αποστασίαν, διοικητής Ισαάκιος ο Κομνηνός (1185-1191), γίνεται μοιτραίος για την Κύπρο, όταν ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, λόγω τρικυμίας, προσορμίζεται στη Λεμεσό. Βλέπει μπροστά τον πλούτο κι΄ανταποδίδει τη φιλοξενία του Ισαακίου με σύγκρουση και σύλληψή του.



Το 1191 λοιπόν αρχίζει η σχέσις του Ηνωμένου Βασιλείου (UK) με το νησί.



Ο Ριχάρδος τελεί στις 12 Μαίου τους γάμους του στη Λεμεσό, με την συνοδεύουσα αυτόν μνηστή του (Βερανζέρα της Ναβάρας), δημεύει το μισό των κτημάτων, λαφυραγωγεί τα πάντα, ορίζει δύο επιτρόπους και φεύγει για την Πτολεμαίδα, όπου οι άλλοι Σταυροφόροι, για να συνεχίσει το ιερό του προσκύνημα.



Την Κύπρο δεν τη χρειάζεται και την πωλεί στους Ναίτες αντί 100.000 Βυζαντινών Σαρακηνών (χρυσά). Αυτοί με τη σειρά τους, βλέποντας ότι η Κύπρος έχει τρυγηθεί και τον πληθυσμό εχθρικό, την εκχωρούν με το ίδιο αντίτιμο στον, ουσιαστικώς ψιλώ ονόματι, βασιλέα της Ιερουσαλήμ Γουίδονα Λουζινιάν του Πουατιέ.

Το 1192 ο Λουζινιάν μαζεύει 300 ιππότες, 200 υπασπιστές κι΄αλλους στρατιώτες, μοιράζει υποσχέσεις για προσοδοφόρα τιμάρια, αυτοονομάζεται βασιληάς και της Κύπρου και κατακτά το νησί. Ιδρύεται έτσι μια δυναστεία, υπό την επικυριαρχία του Γερμανού Αυτοκράτορα, που θα διαρκέσει τρεις αιώνες. Συνέπεια αυτής της δυναστείας είναι η επιβολή της λατινικής εκκλησίας, η οποία ιδιοποιήθηκε ναούς, ιδρύματα και περιουσία της Κυπριακής Εκκλησίας, η αφαίρεση της ελευθερίας και περιουσίας τωνκατοίκων της Κύπρου και η ριζική φεουδαρχική συγκρότηση της κοινωνίας. Τα μόνα που δεν μπόρεσαν οι Λουζινιάν να αλλάξουν ήταν η πραγματική πίστη των Κυπρίων και η γλώσσα. Αντιθέτως η ελληνική γλώσσα έγινε η επίσημη ακόμη και της Αυλής και η πίστη παρέμεινε έστω και χωρίς Αρχιερείς. Γενοβέζοι και Βενετοί (αφού εδάνειζαν) αλώνιζαν στο νησί. Το 1472 οι Βενετοί έδωσαν σύζυγο, στον τελευταίο των Λουζινιάν Ιάκωβο Β, την Αικατερίνη Κορνάρου, θετή κόρη της Βενετίας. Το 1473 ο Ιάκωβος πέθανε, η Γαληνοτάτη έστειλε επιτρόπους για να βοηθήσει τη θετή της κόρη, πέθανε όμως μυστηριωδώς και ο νεογέννητος Ιάκωβος Γ΄. Όλοι οι συγγενείς του Ιακώβου Β΄μεταφέρθηκαν, φυλακίσθηκαν και πέθαναν στη Βενετία προώρως. Το δε 1489 η Αικατερίνη μαυροφορεμένη και θλιμένη ανακλήθηκε από τη θετή της μητέρα. Η Σημαία του Αγίου Μάρκου κυμάτιζε πλέον στην Κύπρο.



Το 1571 η Κύπρος κατελήφθη από τους Τούρκους. Η Εκκλησία της Κύπρου αποκαταστάθηκε, αφού το Πατριαρχείο χειροτόνησε Αρχιεπίσκοπο και Μητροπολίτες.



Ο Αρχιεπίσκοπος καθίσταται «Μιλιέτ-Μπασής» (Εθνάρχης) και «Ραγιά-Βαλεσής» (Εκπρόσωπος Ραγιάδων). Κατά τα άλλα η Κύπρος ακολουθεί την τύχη και τη μοίρα των άλλων υπόδουλων ελληνικών περιοχών. Εκείνα που μένουν αναλλοίωτα είναι η εθνική συνείδηση, η γλώσσα, η θρησκεία, η προσπάθεια ανάπτυξης και προκοπής και προ πάντων η καρτερία στις συμφορές και η φλόγα της ελευθερίας.



Το 1878 ανοίγει το κεφάλαιο της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου και βεβαίως του Κυπριακού προβλήματος. Ενώ οι Μ.Δυνάμεις διαπραγματεύονταν στο Βερολίνο για τις ρυθμίσεις μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο, η Αγγλία υπέγραφε μυστική (και μυστηριώδη) συνθήκη (4-6-1878) με την Τουρκία. Αναλάμβανε την υποχρέωση ενόπλου βοηθείας της Τουρκίας, αν η Ρωσία επιχειρούσε να καταλάβει κι΄άλλο ασιατικό τουρκικό έδαφος και σε αντάλλαγμα, αποκτούσε το δικαίωμα κατοχής και διοικήσεως της Κύπρου.



Στις 12-7-1878 η Αγγλική Σημαία υψώθηκε στην Κύπρο.



Ο Αρμοστής υποσχέθηκε ισοπολιτεία, ισονομία κι΄ανεξιθρησκεία καθώς και σεβασμό παλαιών δικαίων, ηθών και εθίμων, εφ΄όσον αυτά συμφωνούν με τις αρχές του πολιτισμού και της ελευθερίας.



Ο Αρχιεπίσκοπος-Εθνάρχης Σοφρώνιος βεβαίωνε ότι ο λαός του, «χωρίς να αρνηθεί την καταγωγή του» θ΄αφοσιωθεί στη νέα κυβέρνηση, γιατί αναμένει απ΄ αυτήν την εφαρμογή του «βασιλεύς των πάντων ο νόμος» και την διαπαιδαγώγηση «στην οδό της ελευθερίας». Οι Κύπριοι θεώρησαν τη διακήρυξη και την προσφώνηση «Συμβόλαιο». Οι εξελίξεις όμως μάλλον τους διέψευσαν. Πρώτη συνέπεια ένα δυσβάστακτο οικονομικό φορτίο ακολουθεί τη συμφωνία. Η Αγγλία οφείλει να καταβάλει ετησίως το ποσόν των 93.000 λιρών στην Τουρκία. Η δημιουργική λογιστική του «διβανιού» τόσο υπολόγισε το ετήσιο καθαρό κέρδος των προσόδων της τουρκικής διοικήσεως της νήσου. Βεβαίως αυτό το ποσόν το πλήρωνε η Κύπρος (δηλαδή οι Έλληνες κάτοικοι), όπως κι΄όλα τα έξοδα της υπερπολυτελούς αγγλικής διοικήσεως.



Στην αρχή ο Αρμοστής κυβέρνησε κατά την κρίση του. Μετά όμως από κυπριακές παραστάσεις το 1882 ορίσθηκε νομοθετικό σώμα. «Πρόεδρος, με διπλής ισχύος ψήφο στις ισοψηφίες, ο Αρμοστής. Έξη μέλη Κυβερνητικά. Δώδεκα μέλη εκ του λαού, εξ ων εννέα χριστιανοί και τρεις μουσουλμάνοι, εκλεγόμενοι χωριστά από κάθε κοινότητα. Επομένως 9 χριστιανοί (Έλληνες) έναντι 3 Μουσουλμάνων και 6 Άγγλων και ο Αρμοστής.



Η εθναρχική ιδιότης του Αρχιεπισκόπου και της Εκκλησίας επισήμως δεν αναγνωρίζεται. Δύναται όμως ο κλήρος να πολιτεύεται.



Το 1914 η Αγγλία καταλύει την συνθήκην του 1878 και προσαρτά την Κύπρον εις την Βρετανικήν επικράτειαν. Το 1925 εκήρυξε την Κύπρον εις Βρετανικήν Αποικίαν και αντί Αρμοστού όρισεν Κυβερνήτη. Κάνει και μια παραχώρηση, αυξάνει σε 12 τις ελληνικές έδρες στο Νομοθετικό Σώμα, όμως, για να διατηρήσει την ισοψηφία Τούρκων και Άγγλων έναντι των Ελλήνων, προσθέτει τρεις κυβερνητικές έδρες.



Οι έκτοτε εξελίξεις της Κυπριακής Ιστορίας και του Κυπριακού Προβλήματος είναι γνωστές. Σήμερα, μέσα από τις διεργασίες της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ και της δυναμικής των διεργασιών, διαγράφεται μία προοπτική λύσεως του Κυπριακού προβλήματος. Ο όρος «λύσις» όμως είναι άστοχος, μάλλον για διευθέτηση πρόκειται.



Το Κυπριακό πρόβλημα έχει επιβαρυνθεί ήδη από το 1878 με την Αγγλοτουρκική συνεργασία έναντι της Ελληνικής. Αυτή η αρχή διαχέεται σε όλες τις «λύσεις» που μέχρι στιγμής έχουν προταθεί. Η υπερισχύουσα ψήφος του Αρμοστή/Κυβερνήτη, αναπληρώθηκε με το «βέτο» του Αντιπροέδρου στις συμφωνίες του 1959-60 και με την δέσμευση συμμετοχής του ελαχίστου ποσοστού μειοψηφίας στην οποία σχηματιζομένη πλειοψηφία (Προεδρικού Συμβουλίου, Βουλής και Γερουσίας) του υπό διαπραγμάτευση Σχεδίου Ανάν. Το κυπριακό πρόβλημα αντιμετωπίζεται απ΄όσους, εκτός και μακράν της νήσου, ασχολούνται μ΄αυτό, με την ίδια αντίληψη αυτών, που, στο παρελθόν, πούλησαν, αγόρασαν, νοίκιασαν, λεηλάτησαν και «δώρησαν» την Κύπρο. Ακόμη ακολουθείται απ΄τις συνέπειες όλων των αποστατών/πραξικοποιματιών «Πτολεμαίων» ή «Κομνηνών» ή «άλλων σωτήρων».



Αυτό το Σχέδιο έναν έχει στόχο και σκοπό, την επαναφορά της Συνταγματικής Τάξεως εις τα προ του 1963 ισχύσαντα , με πρόσθετες οριοθετήσεις, ώστε να επιτυγχάνονται η αυτονομία (και μη ελληνοποίησις) της Κύπρου, η επιτροπεία αυτού του κράτους, η διαιώνισις της διαιρέσεως (ασφαλούς) των Κοινοτήτων, η μη αμφισβήτησις της Βρετανικής παρουσίας, ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων του κεντρικού κράτους σε ουσιαστική διαχείριση κοινωνικών, οικονομικών λειτουργιών, χωρίς εθνικό χαρακτήρα εθνικής καταγωγής.



Η μόνη περίπτωσις λειτουργικής αποδόσεως, αυτού του κρατικού μορφώματος, είναι η δημιουργία ιδιαίτερης «κυπριακής εθνικής συνειδήσεως» απαλλαγμένης από όλες τις κληρονομιές και φορτίσεις του προσφάτου και απωτέρου παρελθόντος. Αυτής της «κυπριακής συνειδήσεως» το περιεχόμενο είναι το προφανώς ζητούμενο και επιδιωκόμενο σήμερα απ΄όλους τους εμπλεκομένους κι΄ επισπεύδοντας. Αν δεν ορισθεί και δεν γίνει αποδεκτό από τους άμεσα ενδιαφερομένους, τότε δεν θα υπάρξει «λύσις». Θα έχουμε μια πρόσκαιρη διευθέτηση. Το ζητούμενο βεβαίως θα απέχει από ιστορία, πόθους και προσδοκίες. Μακάρι ο βαθμός απεμπολήσεως του παρελθόντος να ισοσκελισθεί από τις προοπτικές ευημερίας του μέλλοντος. Αν όμως συντελεσθεί αυτή η ανεύρεσις του ζητουμένου, τότε πολλά θ΄αλλάξουν και εις τα καθ΄ημάς και της περιοχής. Περί αυτών όμως, επειδή «έσετ΄ήμαρ» οψόμεθα εις τους επόμενους «Προβληματισμούς».





Υ.Γ. :(( Συγχαίρω)) τους εμπνευστές συντάκτες, συνομιλητές και συμπράτοντες στην προώθηση του Σχεδίου ΑΝΑΝ και της εντάξεως του νέου κράτους στην Ε.Ε., για τη γνώση και το σεβασμό που επέδειξαν κι΄επιδεικνύουν στον όρο «Δημοκρατία». Τον απέκλεισαν από το όνομα του υπό διαμόρφωση κράτους. Καλούν αυτό απλώς «ΚΥΠΡΟ», ούτε καν «Πολιτεία», μόνον έδαφος δηλαδή ! Άλλωστε ουδέποτε στην ιστορία της η ΚΥΠΡΟΣ, ή κομμάτι της, γνώρισε τη Δημοκρατία (απ΄όσα γνωρίζω σ΄όλα τ΄αρχαιολογικά κυπριακά ευρήματα μόνον μία φορά αναφέρεται η λέξις «Δήμος»). Εξαίρεση λαμπρή αποτελεί μόνο η, μετά τη λαίλαπα του 1974 «Κυπριακή Δημοκρατία» του μη καταληφθέντος από τους εγγυητές, νοτίου τμήματος της νήσου. Δεν είναι όμως αξιόπιστο στα μάτια των ρυθμιστών.

ΠΗΓΗ :  ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ  -   ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ.

Η ΕΕ ΑΥΤΟ-ΥΠΟΝΟΜΕΥΕΙ ΤΗΝ ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

Η συμμετοχή των χωρών της ΕΕ στο ΝΑΤΟ μπορεί να είναι ενιαία και να φέρει την ταυτότητα της Ένωσης.

Από τον υποστράτηγο ε.α. στρατηγικό αναλυτή Δημήτριο Καντερέ





Το ότι η ΕΕ παρά τις σημαντικές προόδους που έχει κάνει σε άλλους τομείς στον τομέα της ασφάλειας και άμυνας διακατέχεται από σύγχυση και σε κάθε περίπτωση παρουσιάζει τεράστια αδυναμία να βρει το δρόμο της είναι γνωστό και από κανένα σχεδόν δεν αμφισβητείται. Η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας (ΚΕΠΠΑ) που ανέλαβε να διαμορφώσει ο ύπατος αρμοστής κ. Χαφιέ Σολάνα και η Πολιτική Ευρωπαϊκής Ασφάλειας και Άμυνας (ΠΕΑΑ) τρία και πλέον χρόνια μετά τη λήψη των αποφάσεων (στη Σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι το 1999) συνεχίζουν να βρίσκονται σε νηπιακή κατάσταση και να καρκινοβατούν.
Η εκ μέρους των ευρωπαϊκών χωρών (χωρών της ΕΕ) παρουσίαση αδυναμιών στη διαμόρφωση και άσκηση ενιαίας πολιτικής στις εξωτερικές σχέσεις και την ασφάλεια- άμυνα θα μπορούσε εν μέρει τουλάχιστον να θεωρηθεί δικαιολογημένη. Οι πολλές ιστορικές διαφορές μεταξύ των χωρών, η μη πλήρης ταύτιση των οικονομικών και άλλων συμφερόντων τους, οι διαφορετικοί ποικιλόμορφοι δεσμοί αυτών με τις τρίτες εκτός της Ένωσης χώρες και άλλοι αρνητικοί παράγοντες δύσκολο είναι να υπερκεραστούν και να εξαλειφθούν μέσα σε λίγα χρόνια. Η δυσκολία αυτή αναπόφευκτο είναι να μην επιτρέπει την υιοθέτηση κοινών θέσεων στις εξωτερικές σχέσεις και ακόμη περισσότερο τη δημιουργία των δυνατοτήτων για την από κοινού εξασφάλιση των συμφερόντων των ευρωπαϊκών χωρών.
Από αυτή όμως τη δικαιολογημένη αδυναμία των ευρωπαϊκών χωρών να ασκήσουν ΚΕΠΠΑ και ΠΕΑΑ και να δημιουργήσουν από κοινού ισχύ για την υπεράσπιση των συμφερόντων της ΕΕ μέχρι να έρχονται οι ηγέτες τους, και αν όχι όλοι τουλάχιστον η μεγάλη πλειονότητα αυτών, να εντείνουν την αδυναμία και να δημιουργούν οι ίδιοι επιπρόσθετα προβλήματα υπάρχει μεγάλη διαφορά. Αυτή η διαφορά είναι που πασιφανώς καταδείχτηκε στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που έγινε στην Πράγα στις 21-22 Νοεμβρίου 2002 με τις αποφάσεις που λήφθηκαν εκεί με την έγκριση φυσικά των ηγετών των νατοϊκών χωρών που είναι και μέλη της ΕΕ.


Οι Αποφάσεις της Συνόδου της Πράγας.
Στη Σύνοδο της Πράγας λήφθηκαν πολλές αποφάσεις, αναλήφθηκαν πληθώρα (409 γράφει η ανακοίνωση) συγκεκριμένων και αυστηρών δεσμεύσεων για την ‘’αναμόρφωση’’ (transformation), όπως ονομάστηκε, του ΝΑΤΟ και τέθηκαν οι σκοποί αυτού. Βασικές από τις αποφάσεις είναι η διεύρυνση της Συμμαχίας με την είσοδο, μέχρι το Μάιο του 2004, των επτά νέων κρατών μελών (Εσθονίας, Λετονίας, Λιθουανίας, Σλοβακίας, Σλοβενίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας) και η στο εγγύς μέλλον αναδιοργάνωση της στρατιωτικής δομής του ΝΑΤΟ με τη μείωση-συγχώνευση στρατηγείων κλπ. Ως βασικός σκοπός του ΝΑΤΟ τέθηκε η καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Εκτός όλων αυτών και πολλών άλλων στη σύνοδο αποφασίστηκε η συγκρότηση Δύναμης Αντίδρασης του NATO- ΝΑΤΟ Response Force (NRF). Η πρόταση για τη συγκρότηση της NRF την οποία από καιρό προετοίμαζαν οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί και ένθερμα υποστήριζαν οι Τούρκοι υποβλήθηκε από τον Γ.Γ. του ΝΑΤΟ λόρδο Ρόμπερτσον και τον υπουργό άμυνας των ΗΠΑ κ. Ντόναλντ Ράμσφελντ. H NRF, όπως αναφέρεται στην Διακήρυξη της Συνόδου, θα συντίθεται από δυνάμεις ξηράς, θαλάσσης και αέρος (συνολικά 21.000 άνδρες) θα διαθέτει σύγχρονα υψηλής τεχνολογίας οπλικά συστήματα και μέσα και θα δύναται να αναπτυχθεί σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου εντός επτά έως τριάντα ημέρες από τη λήψη απόφασης για επέμβαση του ΝΑΤΟ. Η NRF θα αποκτήσει επιχειρησιακές δυνατότητες μέχρι τον Οκτώβριο 2004 και θα είναι πλήρως επιχειρησιακά έτοιμη για δράση μέχρι τον Οκτώβριο 2006.
Η συγκρότηση και η διατήρηση της NRF δήλωσε ο κ. Ρόμπερτσον θα αποτελέσει τον καταλύτη για την καταβολή προσπάθειας για την αύξηση των στρατιωτικών ικανοτήτων της Συμμαχίας. Και αυτός τονίζοντας το μεγάλο επίτευγμα της αναμόρφωσης της Συμμαχίας πρόσθεσε ότι <<αυτό δεν είναι συνηθισμένο έργο αλλά η εμφάνιση ενός νέου και σύγχρονου ΝΑΤΟ, προσαρμοσμένου στις προκλήσεις του νέου αιώνα>>.


Οι Τούρκοι Ομολογούν.
Από πρώτη άποψη η απόφαση του ΝΑΤΟ για τη συγκρότηση δύναμης αντίδρασης παρουσιάζεται και λογική και σκόπιμη. Το ΝΑΤΟ έχοντας την ευθύνη της ασφάλειας και άμυνας του διευρυμένου ήδη βορειοατλαντικού χώρου και της υπεράσπισης των συμφερόντων των χωρών μελών του θα πρέπει να διαθέτει τις δυνάμεις, τα μέσα και τους μηχανισμούς για την εκτέλεση της αποστολής του. Από την πρώτη όμως αυτή τυπική επιφανειακή θεώρηση μέχρι την ουσία και τις πραγματικές επιδιώξεις και επιπτώσεις της απόφασης υπάρχει μεγάλη διαφορά. Και αυτή η διαφορά είναι που πρέπει να δημιουργεί ερωτηματικά και προβληματισμούς για το εάν οι ηγέτες των χωρών της ΕΕ, που είναι ταυτόχρονα και μέλη του ΝΑΤΟ, πράγματι επιθυμούν και επιδιώκουν την από την Ένωση άσκηση ΚΕΠΠΑ και απόκτηση δυνατοτήτων στο στρατιωτικό τομέα για την άσκησή της.
Εύκολα θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ συνηγόρησαν και θα διαθέσουν τους πόρους τους για να ισχυροποιήσουν την νατοϊκή πολεμική μηχανή, την οποία θα αξιοποιήσουν για την χρησιμοποίηση όταν και όπου απαιτηθεί της ευρωπαϊκής Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης (ΔΤΑ)- της γνωστής στην Ελλάδα ως Ευρωστρατού. Αυτό όμως πολύ απέχει από το να είναι βάσιμο.
Κατ’ αρχήν και μόνο το ότι η πρόταση έγινε από τον κ. Ράμσφελντ και υποστηρίχτηκε ένθερμα από την Τουρκία δεν θα έπρεπε να αφήνει αμφιβολίες ότι ο σκοπός της συγκρότησης της NRF δεν μπορούσε να αποβλέπει στη δημιουργία δυνατοτήτων ασφάλειας και άμυνας από την ΕΕ και την αυτόνομη άσκηση κοινής εξωτερικής πολιτικής. Όσο και φιλοευρωπαίοι να είναι οι Αμερικανοί και οι Τούρκοι δεν μπορεί να θέλουν και να επιδιώκουν να καταστεί η Ένωση ικανή να παίρνει πρωτοβουλίες χωρίς την έγκρισή τους. Εξ άλλου εάν μπλοκαρίστηκε η διάθεση των διευκολύνσεων του ΝΑΤΟ στην ΕΕ για τη χρησιμοποίηση της ΔΤΑ αυτό έγινε διότι οι μη ευρωπαϊκές νατοϊκές χώρες με πρωτοπόρο την Τουρκία δεν θέλουν η Ένωση να ενεργεί χωρίς την έγκρισή τους.
Ακόμη όμως και να υπήρχαν αμφιβολίες περί αυτού οι Τούρκοι δεν έκρυψαν τις προθέσεις και επιδιώξεις τους. Στις αρχές Νοεμβρίου 2002 σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εκδιδόμενη από τις αμερικανικό στρατό εφημερίδα Defense News οι συντάκτες αυτού μεταξύ πολλών άλλων έγραφαν: <<Τούρκοι επίσημοι εξέφρασαν πλήρη υποστήριξη στην αμερικανική πρόταση για τη δημιουργία δύναμης αντιμετώπισης κρίσεων από το ΝΑΤΟ, μία κίνηση που η Άγκυρα ελπίζει θα υπονομεύσει μία άλλη δύναμη που βρίσκεται υπό συγκρότηση από την ΕΕ>>. Οι ίδιοι οι Τούρκοι επίσημοι δήλωναν στην ίδια εφημερίδα: <<Πιστεύουμε ότι η νατοϊκή δύναμη θα μειώσει τη σπουδαιότητα της σχεδιαζόμενης ευρωπαϊκής δύναμης την οποία εμείς βλέπουμε ως ανταγωνιστική του ΝΑΤΟ>>. Και αυτοί πρόσθεταν <<Η Τουρκία θα είναι έτοιμη να συνεισφέρει τμήματα και μέσα στη νατοϊκή δύναμη>>.

Οι Πραγματικές Επιδιώξεις.
Η πρώτη πραγματική επιδίωξη αυτών που πρότειναν τη συγκρότηση της NRF ήταν να υπονομευτεί η δημιουργία ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης και οι Τούρκοι απλώς ομολόγησαν αυτό που δεν ήθελαν να ομολογήσουν οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι, οι οποίοι για τους δικούς τους λόγους ταυτίζονται μαζί τους στην αντιμετώπιση των διεθνών κρίσεων και προβλημάτων. Να αναλάβουν οι Ευρωπαίοι δεσμεύσεις (οι περισσότερες από τις 409 δεσμεύσεις αφορούν στις αμυντικές δαπάνες) να διαθέσουν τους οικονομικούς τους πόρους για να συγκροτήσουν μία ισχυρή σύγχρονη δύναμη, η οποία να μην είναι υπό τον έλεγχό τους. Με τη διάθεση των πόρων για τη δύναμη αυτή εύλογο και φυσικό θα είναι οι ευρωπαϊκές χώρες να μην έχουν τη δυνατότητα ή τουλάχιστον να απαιτείται η διάθεση άλλων πιστώσεων για τη συγκρότηση της ΔΤΑ.
Η δεύτερη αλλά ίσως σημαντικότερη επιδίωξη ήταν οι οικονομικοί πόροι (οι ετήσιες αμυντικές δαπάνες των ευρωπαϊκών χωρών θα είναι από 150 έως 160 δισ. δολάρια τα επόμενα χρόνια) που θα διατεθούν για τη συγκρότηση της NRF στο μεγαλύτερο τουλάχιστον ποσοστό τους να διοχετευθούν στις αμερικανικές πολεμικές βιομηχανίες. Όσα και αν λέγονται περί αποδέσμευσης τεχνογνωσίας από την αμερικανική κυβέρνηση και συμπαραγωγών πολεμικού υλικού από ευρωπαϊκές και αμερικανικές βιομηχανίες, τα οπλικά συστήματα και μέσα ψηλής τεχνολογίας με τα οποία εννοείται αλλά και σαφώς αναφέρεται στη Διακήρυξη της Συνόδου θα εφοδιαστούν τα τμήματα της NRF θα είναι αμερικανικά.
Οι Ευρωπαίοι, εάν τελικά τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, θα αναγκαστούν να προμηθευτούν συστήματα κατόπτευσης- εντοπισμού στόχων (ραντάρ, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και άλλα) και αντιβαλιστικών πυραύλων, πυρομαχικά ακρίβειας κλπ από τις ΗΠΑ. Εάν δε ληφθεί υπ’ όψη η διαλειτουργηκότητα που πρέπει να έχουν τα πολεμικά μέσα της NRF και με δεδομένο ότι οι ΗΠΑ έχουν θέση σε εφαρμογή προγράμματα κατασκευής οπλικών συστημάτων πιο προηγμένης τεχνολογίας και από τα προηγμένα των ευρωπαϊκών χωρών δεν θα αποκλείεται να θεωρηθούν ξεπερασμένα τα ευρωπαϊκά και να αντικατασταθούν από αμερικανικά. Σε πρώτο στόχο για μία τέτοια αντικατάσταση έχει τεθεί το μαxητικό αεροσκάφος Eurofighter που προετοιμάζεται για 20 χρόνια από ευρωπαϊκές βιομηχανίες με τα αμερικανικά αεροσκάφη F/A 22 και JFS (Joint Strike Fighter).

Και Αχρησιμοποίητη θα Μείνει.
Οι επιδιώξεις των αναμορφωτών του ΝΑΤΟ θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν μέσα στον αδυσώπητο ανταγωνισμό και τις αντιπαλότητες που επικρατούν, ακόμη και μεταξύ συμμάχων, για αλληλο-επικράτηση σε όλους τους τομείς, εάν τουλάχιστον η ισχυρή σύγχρονη δύναμη του ΝΑΤΟ επρόκειτο να αποδώσει κάποιο αποτέλεσμα και ουσιαστικό όφελος. Αυτό όμως μέχρι απίθανο είναι να συμβεί με την NRF. Ο κ. Ρόμπερτσον δε έχει βαρεθεί να τονίζει σε όλους τους τόνους ότι με τη αναμόρφωση θα μετατρέψει το ΝΑΤΟ σε τρομερή και φοβερή πολεμική μηχανή που θα κατατροπώσει κατ’ αρχήν τους τρομοκράτες οι οποίοι με τα Όπλα Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ)- χημικά, βιολογικά, πυρηνικά- και τα πυραυλικά συστήματα που μπορεί να αποκτήσουν απειλούν να καταστρέψουν τις χώρες και τους λαούς της Συμμαχίας. Επωδός των επαναλημένων δηλώσεών του έχει γίνει το: <<Θέλουμε να εξασφαλίσουμε ότι την επόμενη φορά το ΝΑΤΟ θα έχει την πολιτική βούληση να ενεργήσει…αυτό επίσης θα έχει την στρατιωτική ικανότητα να το πράξει αυτό>>.
Ακόμη όμως και αν τα πιστεύει αυτά ο Γ.Γ. του ΝΑΤΟ, που ούτως ή άλλως πρέπει να τα λέει από τη θέση που κατέχει, πολύ δύσκολο είναι το ΝΑΤΟ και με την νέα δύναμη που θα αποκτήσει, όχι να καταφέρει το όποιο σημαντικό πλήγμα κατά των τρομοκρατών αλλά και να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό. Πέραν του ότι η τρομοκρατία δεν καταπολεμάται με αεροπλάνα, πλοία, πυραύλους και άλλα πολεμικά μέσα ακόμη και να γίνονταν αυτό πολύ αμφίβολο είναι εάν θα χρειάζονταν να το κάνει και θα το κάνει το 26μελές ΝΑΤΟ. Και αυτές οι ΗΠΑ που έχουν πραγματικό λόγο να αγωνίζονται με φανατισμό κατά της τρομοκρατίας από ότι έδειξαν με την ενέργειά τους κατά των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, παρά την για πρώτη φορά στην ιστορία της Συμμαχίας ενεργοποίηση του άρθρου 5 του Καταστατικού Χάρτη του για συμμαχική συμπαράσταση, προτίμησαν να συνάψουν άλλες συμμαχίες και να κατευθύνουν την επιχείρηση μόνες τους παρά να χρησιμοποιήσουν το ΝΑΤΟ.
Με δεδομένη τη δυσλειτουργία που θα έχει το ΝΑΤΟ όπως πολύ σαφώς καταδείχτηκε και στον πόλεμο κατά τα Γιουγκοσλαβίας που λίγο έλειψε θα διαλυθεί, και θα διαλύονταν εάν απαιτούνταν η διεξαγωγή χερσαίων επιχειρήσεων, και τα παράδοξα δόγματα των Αμερικανών περί ‘’ενεργητικής άμυνας’’, ‘’προληπτικών επιθέσεων’’ κλπ που βρίσκονται εκτός κάθε πλαισίου διεθνούς δικαίου λίγες αμφιβολίες θα πρέπει να παραμένουν ότι το ΝΑΤΟ με όλες τις ισχυρές και σύγχρονες δυνάμεις του θα παραμένει αδρανές. Αυτό ακριβώς εξέφρασε η εφημερίδα New York Times όταν σε άρθρο της στις 11 Δεκεμβρίου 2002 αναφερόμενη στην NRF μεταξύ άλλων έγραφε: <<Τα σχέδια του ΝΑΤΟ για μία ‘’δύναμη ταχείας αντίδρασης’’ είναι ένα άλλο παράδειγμα του κάνω κάτι για να αποφύγω το να μην κάνω τίποτα>>. Και αυτή πρόσθετε: <<Το ΝΑΤΟ χρειάζεται ένα στρατό που να κάθεται, σαν και αυτόν που έχει στη Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο, μεταξύ των Ισραηλινών και των Παλαιστινίων>>.

Η Ευρώπη Πρέπει να Συγκροτήσει τη δική της Δύναμη.
Φυσικά και, η σε μεγάλη έκταση κοινότητα συμφερόντων όπως και αρχών και αξιών μεταξύ των εκατέρωθεν του Ατλαντικού νατοϊκών χωρών και δικαιολογεί και επιβάλλει τη διατήρηση των συμμαχικών τους σχέσεων. Το ΝΑΤΟ με τις δομές και τη μακρόχρονη εμπειρία του στο να επιτυγχάνει τη συνεργασία των χωρών μελών του μπορεί να αποτελεί ένα καλό φορέα υλοποίησης αυτών των συμμαχικών δεσμών και σχέσεων. Αυτή η χρησιμότητα όμως της Συμμαχίας δεν δικαιολογεί και τη δημιουργία των όποιων ισχυρών και σύγχρονων αλλά αδρανοποιημένων και άχρηστων δυνάμεων.
Το ότι το ΝΑΤΟ δεν μπορεί μέχρι τώρα να εξασφαλίσει τις χώρες και τους λαούς του από τις σύγχρονες απειλές- τις αποκαλούμενες ασύμμετρες- δεν οφείλεται στην έλλειψη ισχύος και μέσων. Και με την NRF η Συμμαχία δεν πρόκειται να πετύχει κάτι περισσότερο και αυτό θα πρέπει να το γνωρίζουν πολύ καλά και οι Ευρωπαίοι ηγέτες όπως το γνωρίζουν και οι Αμερικανοί. Η δέσμευση όμως των χωρών της Ένωσης να δαπανήσουν τους οικονομικούς πόρους τους για τη δημιουργία της NRF εκτός των άλλων συνεπειών θα αποστερήσει από αυτήν τη δυνατότητα να δημιουργήσει τη δική της ισχύ και να ασκήσει τη δική της πολιτική. Πολιτική που θα μπορούσε να αποβεί πολύ πιο αποτελεσματική και ωφέλιμη και για τις πανίσχυρες ΗΠΑ από το όποιο ισχυρό και εκσυγχρονισμένο ΝΑΤΟ.
Με αυτά τα δεδομένα ως βάση και την προϋπόθεση ότι οι καλές αποδοτικές συμμαχικές σχέσεις δημιουργούνται μεταξύ ισότιμων εταίρων η ΕΕ ως μία μεγάλη και ισχυρή διεθνοπολιτική οντότητα με σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή της και ευρύτερα σκόπιμο είναι να δημιουργήσει τη δική της πολεμική μηχανή. Μία μηχανή που θα την χρησιμοποιεί όπου και όποτε παρίσταται ανάγκη και πάντα στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου. Και εάν στα πλαίσια του δίκαιου αυτού χρειαστεί και καταστεί δυνατό να ενεργήσει το ΝΑΤΟ η ευρωπαϊκή δύναμη θα αποτελεί ένα άριστο συστατικό της ισχύος του.
Αυτά θα πρέπει να λάβουν υπ’ όψη οι Ευρωπαίοι ηγέτες πριν αρχίσουν, εάν πράγματι προτίθενται να αρχίσουν, να διαθέτουν πόρους, τμήματα και μέσα για την δημιουργία της νατοϊκής δύναμης αντίδρασης. Τι θα πείραζε εξ άλλου το ΝΑΤΟ η συμμετοχή των ευρωπαϊκών χωρών στην NRF να είναι ενιαία και να έχει την ταυτότητα της Ένωσης.

ΠΗΓΗ : ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ  -ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ.

Η ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΣΗΜΕΡΑ

ΜΑΚΡΥΔΗΜΗΤΡΗ




Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών





Τα γεγονότα είναι σε όλους γνωστά και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε εδώ. Αρκεί το συμπέρασμα ότι η εξέλιξη των πραγμάτων υπήρξε όντως αμείλικτη, κυρίως για την ελληνική πλευρά σε Ελλάδα και Κύπρο. Eνώ οι μεγαλύτερες και οι ισχυρότερες από τις εμπλεκόμενες χώρες επέδειξαν σταθερότητα και συνέπεια στις στρατηγικές επιδιώξεις τους σε βάθος χρόνου, οι μικρότερες και ασθενέστερες, δηλαδή, η Ελλάδα και η Κύπρος, δεν απέφυγαν τις παλινωδίες, την έλλειψη εθνικής συνεννόησης, συντονισμού και συνεργασίας, την αστάθεια, την στρατηγική προχειρότητα και κάποιες στιγμές και την υποχωρητικότητα.
Αντίθετα, η τουρκική πλευρά επιδεικνύει αποφασιστικά κάποιες σταθερές θέσεις με τα εξής επιμέρους γνωρίσματα. Πρώτον, υπάρχει συμφωνία όλων σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων στην χάραξη και εφαρμογή μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής βοηθούντος για το σκοπό αυτό και του πανίσχυρου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας.
Δεύτερον, η πολιτική τους χαρακτηρίζεται από εντεινόμενη ριζοσπαστικότητα και διεκδικητικότητα . Έτσι, την εισβολή στρατευμάτων κατοχής το 1974, ακολούθησε η ανακήρυξη των κατεχόμενων τμημάτων της Κύπρου ως ανεξάρτητου κράτους το 1983 και προσφάτως (το 1998) η πρόταση για την συνομοσπονδία στην Κύπρο μεταξύ δύο ανεξαρτήτων κρατών. Μία πρόταση την οποία το σχέδιο του Κόφι Ανάν για τη συνολική επίλυση του Κυπριακού την παρακάμπτει με τον τρόπο που την παρακάμπτει (χωρίς, δηλαδή, να την αποδέχεται, αλλά και χωρίς να την απορρίπτει πλήρως και σαφώς). Όσον αφορά στη σχέση της Κύπρου με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι θα πρέπει να υπάρχει ταυτόχρονη ένταξη της Τουρκίας και της «Κυπριακής Συνομοσπονδίας», η οποία φυσικά δεν υφίσταται ως υποκείμενο του διεθνούς δικαίου.
Από την άλλη πλευρά και από την σκοπιά του διεθνούς παράγοντα, οι ΗΠΑ, ιδίως, και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν απορρίπτουν τις τουρκικές θέσεις. Διαπραγματεύονται και με τις δύο πλευρές στην Κύπρο με τρόπο ισότιμο, την επίσημη Κυπριακή Δημοκρατία και το ανεπίσημο Τουρκοκυπριακό «κράτος» και προωθούν εν τοις πράγμασι την ιδέα μιας ομοσπονδίας στη Μεγαλόνησο που ίσως μοιάζει τελικά μάλλον με συνομοσπονδία (μεταξύ δύο αυτοτελών κρατικών οντοτήτων).
Κοντολογίς, εάν έτσι έχουν τα πράγματα, δεν πρόκειται απλά για διολίσθηση, πρόκειται αντίθετα για ραγδαία και δύσκολα συγκαλυπτόμενη υποβάθμιση του όλου ζητήματος από την σκοπιά των συμφερόντων και των επιδιώξεων του κυπριακού ιδίως ελληνισμού. Πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αδήριτη είναι πλέον η ανάγκη για μια συνολική και αυστηρή επανατοποθέτηση του όλου ζητήματος. Η αισιοδοξία και τα μαλακά λόγια πια δεν αρκούν. Τα μισόλογα και οι μισές αλήθειες δεν κρύβουν την επικίνδυνη εξέλιξη των πραγμάτων. Και το ερώτημα είναι : δεν επέστη, άραγε, πλέον η στιγμή για μια ριζική ανασύνταξη της εθνικής στρατηγικής για το πρόβλημα της Κύπρου ;
Τα πυρηνικά στοιχεία, οι ουσιώδεις προϋποθέσεις αυτής της στρατηγικής δεν μπορεί να είναι άλλες και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να μην περιλαμβάνουν τις ακόλουθες ελάχιστες συνθήκες (ένα είδος «bottom line») για μια στοιχειωδώς βιώσιμη και λειτουργική λύση του κυπριακού προβλήματος. Συνθήκες οι οποίες, ας υπογραμμιστεί, αντιστοιχούν και εκφράζουν τα σχετικά Ψηφίσματα του ΟΗΕ, τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και τις αξίες του κοινοτικού κεκτημένου :
Διασφάλιση της ενότητας του κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία αντιστοιχεί στην γεωπολιτική ενότητα της Μεγαλονήσου και διαθέτει μια και ενιαία διεθνή προσωπικότητα (μια κυριαρχία, μια υπηκοότητα, μια διεθνή προσωπικότητα).
Διαμόρφωση μιας ενιαίας κυβέρνησης για όλη την επικράτεια με αναγνώριση υψηλού βαθμού τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης και αυτονομίας (διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία). Η πολιτειακή έκφραση αυτού του συστήματος μπορεί να περιλαμβάνει δύο αντιπροσωπευτικά σώματα (Βουλή, Γερουσία), όπου στο μεν πρώτο εξ αυτών η ανάδειξη των μελών του στηρίζεται στην αρχή της αναλογίας, στο Δε δεύτερο στην αρχή της ισότητας μεταξύ των ομόσπονδων μερών. Όσον αφορά στην εκτελεστική εξουσία, αυτή μπορεί να συγκροτείται σε τρία επίπεδα (κεντρικό, περιφερειακό, τοπικό) με ανάλογη κλιμάκωση των ευθυνών και των αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας στη δράση του κράτους.
Διασφάλιση συνθηκών ελευθερίας εγκατάστασης, διακίνησης, οικονομικής δράσης και κατοχής περιουσίας σε όλες τις περιφέρειες της νήσου (οι τρεις ελευθερίες του «κοινοτικού κεκτημένου»). Ακόμη και αν εφαρμοστούν σταδιακά μετά την εξάντληση μιας μεταβατικής περιόδου, είναι σαφές ότι η πλήρης ενσωμάτωση της νέας Κύπρου στο κοινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα και την αντίστοιχη πολιτική, οικονομική και κοινωνική κουλτούρα συναρτάται με την τήρηση των αρχών αυτών, οι οποίες τελούν και υπό την εγγύηση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου.
Σεβασμός των βασικών αρχών του κράτους δικαίου, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της οικονομίας της αγοράς και των οργανωμένων δημοσίων υπηρεσιών (αρχές που συγκροτούν τον πολιτικο-φιλοσοφικό πυρήνα του «κοινοτικού κεκτημένου»).
Ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τους ίδιους ακριβώς όρους όπως όλες οι άλλες υποψήφιες χώρες, δίχως πρόσθετους όρους και προϋποθέσεις, διαφορετικά η Ελλάδα θα πρέπει να είναι έτοιμη να προβάλει αρνησικυρία (veto) για οιαδήποτε διεύρυνσή της.
Τέλος, αλλά όχι ελάσσονα σε σημασία προϋπόθεση : οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις σε Ελλάδα και Κύπρο να δεχθούν ότι συμφωνούν στα παραπάνω και δεσμεύονται να τα κάνουν πράξη με συνέπεια και αποφασιστικότητα. Η ύπαρξη και λειτουργία θεσμών εθνικής συνεννόησης και συνεργασίας, όπως το από καιρού αναμενόμενο Συμβούλιο Εξωτερική Πολιτικής, η συνδιάσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας, ακόμα και η κοινή διάσκεψη των αντίστοιχων θεσμών και οργάνων σε Ελλάδα και Κύπρο, είναι μέτρα που έχουν τη σημασία τους σε αυτή την κρίσιμη ιστορική στιγμή.

 ΠΗΓΗ:  ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ -ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ   

ΑΣΥΜΜΕΤΡΕΣ ΑΠΕΙΛΕΣ. OI NEEΣ ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΕΙΛΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Αντιστράτηγος ε.α. Γ. ΚΟΡΑΚΗΣ





Κάθε εποχή της ιστορικής πορείας της ανθρωπότητας δημιούργησε τις δικές της ανισότητες, αντιπαλότητες και ιδιαίτερες διαμάχες που προκάλεσαν θύματα, καταστροφές και παρεπόμενες επιπτώσεις. Συχνά αυτές οι αντιπαλότητες εκφράσθηκαν με τις παραδοσιακές πολεμικές αναμετρήσεις, άλλες όμως πήραν μορφή εξέγερσης, αντίστασης, ένοπλης ενυπακοής ή ακόμη και ακραίας ατομικής διαμαρτυρίας. Η αφορμή ήταν άλλοτε η πολιτική αντιπαλότητα και άλλοτε η οικονομική ανισότητα ή ο θρησκευτικός φανατισμός. Η ανεπάρκεια των εκμεταλλευσίμων πόρων, οι γεωπολιτικές επιρροές της δύναμης, η εδαφική επέκταση, η πληθυσμιακή πίεση, η διαφορά στην ανάπτυξη ήταν μερικές ακόμη αφορμές για αντιπαλότητες. Το διπολιτκό σύστημα με τη λογική της αποτροπής ή ισορροπίας τρόμου κατάφερε ώστε να μη χρειασθεί ποτέ να κινητοποιηθεί το ένα κατά του άλλου και για 50 χρόνια η ειρήνη ήταν εξασφαλισμένη. Ενώ όμως η κατάρρευση του διπολισμού μας έφερε την παγκοσμιοποίηση, τις τεχνολογικές εξελίξεις και την επικοινωνιακή επανάσταση του διαδικτύου, δηλαδή όλες εκείνες τις παραμέτρους που υπόσχονταν στα τέλη του 20ού αιώνα την αυγή ενός νέου, καινούργιου κόσμου, ήλθαν οι ασύμμετρες απειλές να παίξουν το δικό τους αλλόκοτο και οπωσδήποτε καταλυτικό ρόλο στις επιδιώξεις της δύναμης και της επιρροής.
Στις νέες μορφές απειλών οι αντίπαλοι και τα αποτελέσματα είναι δυσανάλογα είτε με τη φύση της παραδοσιακής αναμέτρησης είτε με τη φύση του σκοπού. Άλλα χαρακτηριστικά αυτών των συγκρούσεων είναι η δυσαναλογία σε καταστροφικότητα, ο εκφοβισμός που επιτυγχάνεται κυρίως με τον αιφνιδιασμό, η θυσία αμάχων και οι ακρότητες στη χρησιμοποίηση μέσων. Τέλος με την χρησιμοποιούμενη ορολογία εκφράζεται η ασυμμετρία ανάμεσα στην εκτέλεση μιας πράξης και στις πρακτικές για την αντιμετώπισή της.
Οι κύριοι παράγοντες που διαμορφώνουν το πλέγμα των ασύμμετρων απειλών είναι η άνιση ανάπτυξη, οι ηγεμονικές συμπεριφορές, οι περιφερειακές διενέξεις, οι οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές διαφορές μεταξύ ανεπτυγμένων και μη ανεπτυγμένων χωρών, η οικονομική μετανάστευση και η λαθρομετανάστευση, η τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα, τα όπλα μαζικής καταστροφής, η ηλεκτρονική τρομοκρατία και τα εγκλήματα υψηλής τεχνολογίας και τέλος ο θρησκευτικός και εθνικιστικός φονταμενταλισμός.
Το τρομακτικό κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 διαφοροποίησε τα δεδομένα της άμυνας και γενικότερα της ασφάλειας σε παγκόσμιο επίπεδο και προβλημάτισε έντονα την διεθνή κοινότητα ως προς τον τρόπο εκδήλωσης των ασύμμετρων απειλών και των καταστροφικών συνεπειών.

Άνιση Ανάπτυξη, Ηγεμονικές Συμπεριφορές και Περιφερειακές Διενέξεις

Από την άνιση ανάπτυξη, προκαλούνται διαφορές οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές. Υπάρχει τρομακτική ανισορροπία πλούτου, άφθονος πλούτος από την μια πλευρά και απύθμενη φτώχεια από την άλλη, με συνέπεια την οικονομική εξάρτηση και τη δημιουργία σφαιρών επιρροής δορυφόρων και αξόνων, δημοκρατικά καθεστώτα στη Δύση, απολυταρχικά και ανελεύθερα σε πολλές φτωχές χώρες με ευδιάκριτη την επιβολή των ολίγων στους πολλούς. Επίσης διαπιστώνονται μεγάλες διαφορές στους θεσμούς και τις δομές (παιδεία, υγεία, ασφάλεια, συστήματα παροχών κ.λ.π.).
Οι διαφορές που προκύπτουν από την άνιση ανάπτυξη που γίνονται όλο και πιο έντονες συμβάλλουν στην δημιουργία προϋποθέσεων για ασύμμετρες απειλές. Μέσα από συναισθήματα απόγνωσης και οργής «ψαρεύει» η τρομοκρατία. Ο ηγεμονισμός, οι διεθνείς επεμβάσεις και οι στρατηγικοί ανταγωνισμοί που οξύνουν τα περιφερειακά προβλήματα αποσταθεροποιούν το σύγχρονο διεθνές σύστημα. Ιδιαίτερα ο ηγεμονισμός που λειτουργεί είτε προς την κατεύθυνση της κατάργησης του διεθνούς συστήματος εγκαθιδρύοντας μια παγκόσμια αυτοκρατορία είτε προς την κατεύθυνση του ελέγχου με ποικίλους μηχανισμούς του καθεστώτος της κρατικής κυριαρχίας, αποτελεί βασικό αίτιο ανάπτυξης ασύμμετρων απειλών.

Λαθρομετανάστευση

Η κατάρρευση των καθεστώτων της Βαλκανικής, η κρίση στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και η φτώχεια σε πολλές χώρες της Ασίας και της Αφρικής προκάλεσαν ένα μεγάλο κύμα λαθρομετανάστευσης προς τη δύση. Η εξαθλίωση των ανθρώπων αυτών που οφείλεται κυρίως στις απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης, στην καταπίεση που υφίστανται από τα ανελεύθερα καθεστώτα και στις περιπέτειες των συχνών πολεμικών διενέξεων, τους καθιστά ικανούς για διάφορες πράξεις βίας προκειμένου να εξασφαλίσουν την επιβίωσή των και συνεπώς εύκολα θύματα στη στρατολόγηση από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο.Η χώρα μας, λόγω γεωγραφικής θέσεως, της συμμετοχης στην ΕΕ, στα συστήματα ασφάλειας και γενικότερα του ρόλου που διαδραματίζει στον γεωγραφικό της περίγυρο αποτελεί τελικό και ενδιάμεσο σταθμό προορισμού μεταναστών.
Το ιδιαίτερα κοινωνικό και ανθρωπιστικών διαστάσεων θέμα αγγίζει και τα όρια ασφάλειας. Ειδικότερα η λαθρομετανάστευση διαμορφώνει για τη χώρα μας συνθήκες για πιθανή δημογραφική αλλοίωση του πληθυσμού σε συγκεκριμένες περιοχές,για δημιουργία εθνικών η θρησκευτικών ομάδων, διακίνησης όπλων, εκρηκτικών, ναρκωτικών μη αποκλειομένων και των όπλων μαζικής καταστροφής. Μέσω της λαθρομετανάστευσης δίνεται η δυνατότητα σε κακοποιά στοιχεία και φανατικούς με δυσδιάκριτο τον μεταξύ τους διαχωρισμό και με άγνωστες τις προθέσεις των, να εισέλθουν στη χώρα μας όταν μάλιστα δεν φαίνονται να δημιουργούνται προυποθέσεις για αποτελεσματική διαφύλαξη της άλλης πλευράς των συνόρων, στο έδαφος των γειτονικών της Ελλάδος χωρών, με έλεγχο των διερχομένων και εξερχομένων από αυτές προσώπων.
Η λαθρομετανάστευση, ως ένα παγκόσμιο κοινωνικό φαινόμενο λόγω των διαστάσεων που πήρε τα τελευταία χρόνια, αποτελεί έναν εν δυνάμει παράγοντα ασύμμετρης απειλής για το εσωτερικό της χώρας μας και κατά συνέπεια και για τις ένοπλες δυνάμεις. Η θέσπιση ειδικών μέτρων για την απέλασή τους αποτελεί επώδυνη μορφή ενεργειών για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

Οργανωμένο Έγκλημα

Μια άλλη πηγή ασύμμετρης απειλής είναι το οργανωμένο έγκλημα. Ως οργανωμένο έγκλημα, παρά τις κατά καιρούς εννοιολογικές διακυμάνσεις, θεωρείται η οργάνωση προσώπων, που αποσκοπεί στην άσκηση εγκληματικής δραστηριότητας σε διαρκεί βάση προκειμένου να αποκομίσει οικονομικά οφέλη και να ελέγξει εθνικές και διεθνείς καταστάσεις.
Το 1998 η INTERPOL υοθέτησε ως οργανομένο έγκλημα κάθε επιχείρηση η ομάδα ατόμων που εμπλέκεται σε διαρκεί και παράνομη δραστηριότητα, η οποία έχει πρωταρχικό σκοπό την απόκτηση κερδών ανεξάρτητα από τοπικά σύνορα. Στη Γερμανία από εκπροσώπους της αστυνομίας και της δικαιοσύνης διαμορφώθηκε ένας άλλος ορισμός. Η αντιμετώπιση του οργανομένου εγκλήματος μέσω κοινών προσπαθειών δημιούργησε την ανάγκη ενός κοινού ορισμού. Μετά από πολλές συζητήσεις στην ΕΕ, συμφωνήθηκαν οι προυποθέσεις για να ενταχθεί μια εγκληματική πράξη στο οργανωμένο έγκλημα. Στη χώρα μας εκτός από το άρθρο 187 του ποινικού κώδικα αναγνωρίζεται και το νομικό πλαίσιο της ΕΕ .
Η μετεξέλιξη του οργανωμένου εγκλήματος και η μορφοποίησή του στη σημερινή του μορφή άρχισε, μετά την κατάρρευση των πολιτικών συστημάτων των κρατών του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και ιδιαιτέρως, αυτών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όταν η οικονομία στις χώρες αυτές δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του μέσου υπηκόου-καταναλωτή για καταναλωτικά αγαθά και έτσι προέκυψε η «παράλληλη» οικονομία και η εμφάνιση ομάδων νέων κυρίως ανθρώπων που διεκδίκησαν τμήμα των κερδών των επιχειρήσεων υπό την μορφή ενός άμορφου ακόμη οργανωμένου εγκλήματος. Οι μεταβολές που επήλθαν στα κράτη αυτά εισήγαγαν ένα νέο είδος βίας συνδεδεμένο με το οργανωμένο έγκλημα, με ιδιαίτερη επικινδυνότητα και κοινωνικές διαστάσεις.
Ανεξάρτητα από τον ορισμό που δίδεται, το οργανωμένο έγκλημα στις νεές του σημερινές μορφές είναι πολυπλοκότερο, επεκτείνεται σε ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο και δεν εκπορεύεται από τους παραδοσιακούς του χώρους (π.χ. από παραδοσιακές οικογένειες της Ιταλίας κ.λ.π) αλλά από πολλές άλλες χώρες κυρίως από πρώην σοσιαλιστικές δημοκρατίες.
Οι εγκληματικές πράξεις που συγκροτούν το οργανωμένο έγκλημα καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Η διακίνηση ναρκωτικών, το ξέπλυμα χρήματος, εκβιασμοί, προστασία, ανθρώπινα όργανα, η οργανωμένη πορνεία, η κλοπή αυτοκινήτων, έργων τέχνης, διακίνηση πλαστών χαρτονομισμάτων, η χρησιμοποίηση οικονομικών πόρων παράνομων ενεργειών για ενοικίαση μισθοφόρων, είναι μερικές από τις παράνομες δραστηριότητες. Το οργανωμένο έγκλημα συνδέεται επίσης άμεσα με τοπικές πολεμικές συρράξεις με την έννοια ότι χρησιμοποιούνται επαγγελματίες στρατιώτες της τύχης.
Η παράνομη διακίνηση πυρηνικών υλικών, χημικών ουσιών και βιολογικών μικροβίων μέσου του οργανωμένου εγκλήματος προσέδωσε σε αυτό φήμη και διενή εμβέλεια.
Η εγκληματική δραστηριότητα στη χώρα μας σύμφωνα με εκθέσεις αρμοδίων υπηρεσιών στη συντριπτική της πλειοψηφία δεν συνδέεται με το οργανωμένο έγκλημα. Οι εγκληματικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας και εξαρθρώνονται από τις διωκτικές αρχές δεν διαθέτουν τη βασική δομή διάρθρωσης και οργάνωσης που θα τους επέτρεπε να έχουν διάρκεια στη δράση τους μετά από τη σύλληψη ωρισμένων μελών.
Ωρισμένες μορφές ασύμμετρων απειλών κυρίως πυρηνικής, χημικής, βιολογικής επίθεσης, ηλεκτρονικού και πληροφοριακού πολέμου υπάρχει η δυνατότητα κατω από ωρισμένες προυποθέσης να εκδηλωθούν δια του οργανωμένου εγκλήματος.
To κίνητρο δράσης αυτών που δραστηριοπούνται στο οργανωμένο έγκλημα είναι οικονομικό σε αντίθεση με την τρομοκρατία που είναι πολιτικό. Η πιθανότητα κινδύνου ασύμμετρης απειλής από το οργανωμένο έγκλημα, για τη χώρα μας, κατά την εκτίμησή μου είναι περιορισμένη. Εκείνο που δεν μπορεί να αποκλεισθεί είναι η στρατολόγηση κακοποιών κοινού ποινικού δικαίου από τρομοκρατικές οργανώσεις για επίτευξη στόχων οργανωμένου εγκλήματος.

Οπλα μαζικής καταστροφής

Ο όρος όπλα μαζικής καταστροφής χρησιμοποιείται λόγω της μαζικότητας των καταστροφών που προκαλούν, σε αντιδιαστολή με τον όρο Πυρηνικά-Βιολογικά-Χημικά όπλα που είχε καθιερωθεί αρχικά και αφορούσε στην καθαρά στρατιωτική χρησιμοποίηση και αξία τους.
Την κλιμάκωση των συμβατικών εξοπλισμών κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου ακολούθησαν και τα όπλα μαζικής καταστροφής. Η παγκόσμιος κοινή γνώμη είχε μεν αποδεχθεί το δόγμα της αποτροπής ανησυχούσε όμως όχι τόσο με την κλιμάκωση των ΟΜΚ αλλά περισσότερο γιά την πιθανότητα διασποράς των σε άλλες χώρες. Με την κατάρρευση του διπολισμού η προοπτική διασποράς και χρησιμοποίησης ΟΜΚ είναι εφιαλτική. Σήμερα υπάρχουν αρκετές χώρες που διαθέτουν επίσημα ΟΜΚ και τουλάχιστον άλλες 20 που έχουν αποκτήσει η προσπαθούν να αποκτήσουν κάποια δυνατότητα χρήσης των.
Η φύση της ενδεχόμενης χρησιμοποίησης Όπλων Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ) αλλάζει. Εκεί όπου ο ρόλος τους ήταν η αποτροπή ενός γενικού πολέμου (κατά την εποχή του ψυχρού πολέμου), τώρα θεωρούνται όπλα επιλογής των θεωρουμένων στρατιωτικών δυνάμεων δευτέρας τάξεως ή ακόμη και μη κρατικών ομάδων. Εκτιμάται, ότι αυτοί οι πρότερον αδύνατοι παράγοντες στο παγκόσμιο προσκήνιο, πιστεύουν πλέον, ότι έχουν βρεί τρόπους επηρεασμού και εκφοβισμού των νομίμων κυβερνήσεων μέσω των ΟΜΚ.
Παρά τις πρωτοβουλίες που έχουν εκδηλωθεί είτε μονομερώς είτε από κοινού για τον έλεγχο των ΟΜΚ ο κίνδυνος της διασποράς και χρησιμοποίησής των δεν έχει εξαληφθεί και οφείλουμε να διατηρήσουμε ικανότητα πρόληψης και αντιμετώπισης τέτοιων απειλών. Η ασύμμετρη απειλή από τα ΟΜΚ είναι διαφορετική για κάθε χώρα και η αντιμετώπισή της απαιτεί διεθνή συνεργασία.
Η συλλογή πληροφοριών και η εκτίμηση της απειλής είναι οι βασικοί παράγοντες που θα οδηγήσουν την κυβέρνηση στην οργάνωση της ασφάλειας του κράτους με τις Ε.Δ. πρωτοπόρες στην συνεχή αυτή προσπάθεια.

Ηλεκτρονική Τρομοκρατία και Εγκλήματα Υψηλής Τεχνολογίας

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, πολλοί ήταν αυτοί που πίστευαν ότι η απειλή για μια τρομοκρατική δράση μεγάλης έκτασης με καταστροφικά αποτελέσματα μέσω των Η/Υ ανήκε στο επίπεδο της επιστημονικής φαντασίας. Η πραγματικότητα όμως ήλθε να αλλάξει αυτή την άποψη. Οι τεχνολογικές εξελίξεις που άρχισαν να προέρχονται από τα εργαστήρια της έρευνας στην ηλεκτρονική, τη βιολογία και την τεχνική ευφυία έδειξαν ότι πολύ σύντομα αυτές οι ακραίες για την εποχή τους προβλέψεις όχι μόνο θα έβγαιναν αληθινές αλλά ταυτόχρονα προοιωνίζονταν ακόμη πιο "φανταστικά" περιβάλλοντα και πρακτικές.
Η προδιαγραφόμενη εξέλιξη των Η/Υ συνοδεύεται με τις ανάλογες προσπάθειες για τη διάβρωση και εκμετάλλευση αυτού του παγκοσμίου συστήματος για εγκληματικούς ή τρομοκρατικούς σκοπούς, προσπάθειες που οι σημερινές διωκτικές αρχές είναι τραγικά αδύναμες να προβλέψουν ή να καταπολεμήσουν.
Το ότι οι πληρωμές και οι εισπράξεις, οι τραπεζικές και εμπορικές συναλλαγές, οι αγορές, οι μεταφορές, η ταχυδρομική επικοινωνία, η ψυχαγωγία, η ενημέρωση, οι δοσοληψίες με το κράτος, η ίδια η εργασία πραγματοποιούνται σήμερα ή θα πραγματοποιούνται στο εγγύς μέλλον, στηριγμένες αποκλειστικά σ΄αυτή τη δομή, ίσως να μας δίνει απλά την εντύπωση μιας εύκολης και δεδομένης χρηστικότητας.
Η πραγματικότητα όμως δεν είναι τόσο απλή. Το πλήθος, η δύναμη και η πολυπλοκότητα της σύνδεσης του Η/Υ που μας κάνουν εύκολη τη ζωή είναι τόσο δεμένα με τις υποδομές της καθημερινότητας που ο ίδιος ο χρήστης να έχει δυσκολίες να αντιληφθεί τις επιπτώσεις μιας μικρής διαταραχής τους.
Είναι γεγονός ότι οι επιθέσεις που έχουν συμβεί μέχρι τώρα στο δίκτυο Υπολογιστών έχουν αντιμετωπισθεί ταχύτατα είτε λόγω της περιορισμένης έκτασης των στόχων τους είτε γιατί η ψαλίδα ανάμεσα στην τεχνογνωσία των εισβολέων και την τεχνογνωσία των "φυλάκων" είναι μικρή.
Η τρομοκρατία όμως συνεχίζει και θα συνεχίσει και στο μέλλον να κτυπά το διαδίκτυο που από την ίδια του τη δομή επιτρέπει αυτές τις επιθέσεις. Οι μορφές της επίθεσης εντοπίζονται στη διάβρωση, την καταστροφή ή την υποκλοπή αρχείων είτε στην πρόκληση καταρρεύσεων σε τμήματά του είτε ακόμη και στην πρακτική που είναι γνωστή σαν ξέπλυμα κεφαλαίων που ένα μέρος τουλάχιστον από αυτά τα κεφάλαια χρησιμοποιούνται για χρηματοδότηση τρομοκρατικών ενεργειών.
Διαπιστώνεται ότι τα μεγάλα συστήματα υπολογιστών που λειτουργούν π.χ. σε τομείς εγκαταστάσεων οπλικών συστημάτων, παρακολούθησης δορυφορικών συστημάτων, σε γιγάντια χρηματοπιστωτικά κέντρα κ.λ.π. έχουν αυξημένες και δυσκολότερες στην παραβίασή τους δικλείδες ασφαλείας. Οι ηλεκτρονικοί τρομοκράτες όμως γνωρίζουν πολύ καλά τις τεράστιες καταστροφικές συνέπειες που μπορούν να προκληθούν ακόμη και σε μικρής έκτασης δολιοφθορά, σε συστήματα που μπορεί να φυλάσσονται λιγότερο αλλά είναι το ίδιο κρίσιμα για τη λειτουργία της καθημερινής ζωής μιας χώρας π.χ. σε τηλεφωνικά δίκτυα, σε συστήματα παροχής ενέργειας, σε δίκτυα κοινωνικών υπηρεσιών κ.λ.π. Τα σχέδια αυτών που σχεδιάζουν προσβολές και απειλές ηλεκτρονικών επιθέσεων μεσαίας έκτασης, εξυπηρετούνται καλύτερα, από την πρόκληση του πανικού, του τρόμου και της κοινωνικής σύγχυσης και αποδιοργάνωσης. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτού του είδους της απειλής είναι ο διαβόητος "ιός της χιλιετίας" που αντιμετώπισε ο κάθε χρήστης προσωπικού Η/Υ δηλαδή όλες οι επιχειρήσεις του πλανήτη και όλα τα κράτη του κόσμου, που ανεξάρτητα από την προέλευσή του και ασχέτως αν δημιουργήθηκε μέσα σε σκοτεινά κέντρα ηλεκτρονικής τρομοκρατίας, μυστικές υπηρεσίες ή φιλοπαίγμονες νεαρούς χάκερ με διεστραμένη αίσθηση του χιούμορ, είχε τεράστια επίδραση στην ψυχολογία της μάζας.
Το μέλλον μας επιφυλάσσει ακόμη πιο εφιαλτικές προοπτικές σε ηλεκτρονικές επιθέσεις. Σήμερα η τρομοκρατία και ιδιαίτερα η ηλεκτρονική, διαθέτει άφθονα κεφάλαια, ειδικευμένα άτομα στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, πλήθος οργανώσεων βιτρίνας με φαινομενικά νομιμότατες προδιαγραφές, λογιστές, χρηματιστές, τραπεζίτες, δικηγόρους, πυρηνικούς φυσικούς και γενικά επιστήμονες ειδικούς στην κρυπτογραφία, πιθανώς πρώην στελέχη μυστικών υπηρεσιών, άριστο και άφθονο σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμο και το σπουδαιότερο μέλη-οπαδούς που είναι πολύ φανατικοί και έτοιμοι για τα πάντα. Είναι πολλές οι ενδείξεις που μας πείθουν ότι η πλειονότητα των τρομοκρατικών ενεργειών στο μέλλον δεν θα διε ξάγεται με απευθείας κτυπήματα σε πραγματικούς στόχους αλλά με επιθέσεις στο χώρο των Υπολογιστών και του διαδικτύου που είναι χώρος που καλύπτει ολόκληρο τον πλανήτη. Η έκταση αυτής της κάλυψης είναι εκείνο που θα κάνει τις ηλεκτρονικές επιθέσεις εξαιρετικά πιο επικίνδυνες από κάθε άλλη τυπική τρομοκρατική δράση.

Θρησκευτικός και Εθνικιστικός Φονταμενταλισμός

Οι τρομοκρατικές ενέργειες της 11ης Σεπτεμβρίου και η συνακόλουθη παγκόσμια κρίση επανέφεραν στο προσκήνιο το θέμα του Ισλάμ και των σχέσεων του ισλαμικού κόσμου με τη Δύση.
Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, όπως επικράτησε στην αρχή ως ορολογία ή εξτρεμισμός όπως τελικά εξελίχθηκε, για να υποδηλώσει τις πράξεις βίας, είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο με απρόβλεπτες διαστάσεις και έναν ιδιότυπο επεκτατισμό, που δύσκολα ανακόπτεται, πολύ δε δυσκολότερα καταστέλλεται. Είναι ταυτόχρονα το κοινωνικό φαινόμενο λαών που πρόσφατα απέκτησαν εθνική συνείδηση και είναι μια θρησκεία που περιλαμβάνει στοιχεία επεκτατισμού και σχετικής βίας.
Φονταμενταλιστές είναι αυτοί που υποστηρίζουν την ανωτερότητα μερικών θεμελιωδών δογμάτων σε σχέση με τα άλλα.
Φανατισμός είναι η τυφλή προσήλωση σε ιδέα ή πρόσωπο που οδηγεί στην άρνηση αποδοχής της «άλλης» άποψης και στο μίσος εναντίον εκείνου που εκφράζει το αντίθετο.
Εθνικισμός είναι η αποκλειστική και πολλές φορές υπερβολική προσήλωση προς την ιδέα της πατρίδας και του έθνους και γενικά των Εθνικών Ιδεωδών με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την διάκριση των Εθνών σε ανώτερα και κατώτερα και την προσπάθεια επιβολής των πρώτων στα δεύτερα. Η έντονη προβολή της ιδέας του Έθνους συνδυαζόμενη με τάσεις εδαφικής επεκτάσεως σε βάρος άλλων χωρών συνήθως γειτονικών είναι εθνικισμός.
Η αρχή του εθνικισμού, ως κοινωνικού φαινομένου, τοποθετείται χρονικά στην περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης που άνοιξε το δρόμο για την δημιουργία των σύγχρονων εθνικών κρατών. Ο εθνικισμός ως ιδεολογία και φιλοσοφία εμπεριέχει την ιδέα της επέκτασης των εθνικών συνόρων πράγμα που επιβεβαιώθηκε με την πρόσφατη κατάρρευση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης όπου είδαμε την αναβίωση των παλαιών εθνικισμών σε μεγάλο μέρος της επικρατείας της. Η τάση αυτή εκτός του ότι λειτουργεί αποσταθεροποιητικά υποθάλπει και εθνικιστικές ομάδες που συνιστούν εν δυνάμει ασύμμετρη απειλή.

Τρομοκρατία

Η τρομοκρατία αναπτύχθηκε από τους δύο προηγούμενους ομιλητές, θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε και στη συνέχεια και άλλες απόψεις και γι αυτό θα περορισθώ στις παρακάτω επισημάνσεις.
Το κύμα της τρομοκρατίας που πλήττει τις σύγχρονες και ιδιαίτερα τις δυτικές κοινωνίες είναι φαινόμενο που οι ρίζες του φθάνουν μέχρι τις πρώτες μορφές κοινωνικής οργάνωσης.
Τα αίτια μπορούν να αναζητηθούν σε όλο το φάσμα των ανθρωπίνων επιδιώξεων. Πολιτικοί,οικονομικοί, θρησκευτικοί, φυλετικοί, εθνικοί, εθνοτικοί και κονωνικοί λόγοι ενοχοποιούνται Δεν υπάρχουν μυνήματα αισιοδοξίας για την εξάλειψή της απεναντίας αυξάνονται οι δυσχέρειες αντιμετώπισή της.
Η τρομοκρατία έχει γίνει αποτελεσματική γιατί εκμεταλλεύεται την εξέλιξη της σύγχρονης τεχνολογίας που επιτρέπει σε μεμονομένα άτομα η μικρές ομάδες ατόμων να προκαλούν μεγάλων διαστάσεων καταστροφές και εκμεταλλεύεται επίσης την δημοσιότητα των ΜΜΕ.
Μεταφέρει τη μάχη στη σφαίρα του συμβολικού, δεν μάχεται με ισοδύναμα όπλα αλλά με δικούς της όρους που είναι το χρήμα, η τεχνολογία, το δίκτυο των μέσων μαζικής ενημέρωσης και το σπουδαιότερο με το θάνατο των τρομοκρατών όπου δεν υπάρχει συμμετρική απάντηση.
Ο κλασικός πόλεμος,χθές στο Αφγανιστάν αύριο στο Ιράκ και διαρκώς στην Τσετσενία δεν είναι αποτελεσματικό μέτρο για την αντιμετώπισή της. Πιθανώς να την ενισχύει.
Η κρίση της διεθνούς τρομοκρατίας είναι περισσότερο πολιτική παρά οικονομική.
Υπαρχει αδύρητος ανάγκη να προσδιορισθεί η έννοια της τρομοκρατίας, να δημιουργηθεί το κατάλληλο νομικό πλαίσιο που να μην αφήνει περιθώρια για τρομοκρατικές πράξεις και να δημιουργηθεί ένα διεθνές όργανο που θα συντονίζει τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις μπροστά στη νέα πρόκληση

Η ανάγκη προσαρμογής των Ενόπλων Δυνάμεων είναι φανερή από την αλλαγή του γεωπολιτικού περιβάλλοντος καθώς έληξε ο ψυχρός πόλεμος. Εάν η κατάρρευση της τέως Σοβιετικής Ένωσης προκάλεσε μια δραματική αλλαγή σε ένα μικρό χρονικό διάστημα υπάρχουν και άλλες εξελίξεις που πραγματοποιήθηκαν και πραγματοποιούνται με πολύ αργούς ρυθμούς μεταβάλλοντες τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Η παγκοσμιοποίηση που εκφράζει ένα μεγάλο μέρος από αυτές τις μεταβολές και καλύπτει όλους τους τομείς της ζωής όπως οικονομία, πολιτισμό, πολιτική, άμυνα κ.λ.π. κάνει τον κόσμο πολύ πιο δυσνόητο αφού είναι ολοένα και δυσκολότερο να απομονώσουμε επιμέρους πραγματικότητες και να τις αναλύσουμε ξεχωριστά. Ο πολλαπλασιασμός των αλληλοεπιδράσεων μας οδηγεί σε συστήματα ολοένα πιο σύνθετα και περίπλοκα. Εάν σ΄αυτά προσθέσουμε και την ρευστότητα που επκρατεί γύρω μας αντιλαμβανόμαστε πόσο δύσκολο είναι να κατανοήσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καλούμαστε να υλοποιήσουμε τις αναγκαίες προσαρμογές στο χώρο των Ε.Δ. Και βέβαια το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικό μας. Όλοι οι παράγοντες της διεθνούς ζωής βρίσκονται σε δυσκολία και σύγχυση διαφορετικής κλίμακος. Η Ευρώπη έχει την υποχρέωση να αυτοπροσδιορισθεί μέσα σ΄αυτό το συγκεχυμένο περιβάλλον εν αντιθέσει με την υπερδύναμη που κατορθώνει να προσαρμόζει την πολιτική της για μια σειρά από λόγους με επιτυχία και να ενισχύει την διεθνή της θέση.
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που έχει επιφέρει η παγκοσμιοποίηση στο χώρο της άμυνας είναι αυτή που αφορά στο ρόλο του εδάφους. Από τον 19ο αιώνα ανάμεσα στους διαφόρους παράγοντες ισχύος, το έδαφος εθεωρείτο ο σημαντικότερος, τουλάχιστον στην Ηπειρωτική Ευρώπη. Ο απόλυτος έλεγχός του επιτεύχθηκε με την εξέλιξη της βιομηχανικής επανάστασης. Το κρατικό έδαφος αποτέλεσε στην αρχή το πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης και στη συνέχεια το εφαλτήριο για την κατάκτηση των διεθνών αγορών. Ο θρίαμβος του εθνικού εδαφικού κράτους ολοκληρώθηκε κατά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και από εκεί καθιερώθηκε η γεωπολιτική σκέψη που κυριαρχείται από την εδαφική διάσταση και προβάλλεται η εδαφική στρατηγική. Ευρωπαϊκοί λαοί αλληλοεξοντώνονταν δια δύο περίπου αιώνες για να κερδίσουν λίγο έδαφος. Με το άνοιγμα των αγορών και την ανάπτυξη των μεταφορών και επικοινωνιών, το κράτος άρχισε να χάνει τον οικονομικό έλεγχο επάνω στο έδαφός του, ενώ η αξία του εδάφους ως φορέα, ως μέσο της άμυνας και ασφάλειας έχει υποβαθμισθεί.
Σήμερα η ανάπτυξη των τεχνολογιών έχει καταστήσει τον εδαφικό έλεγχο πολύ πιο δύσκολο. Τα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά κύματα διεισδύουν μεταφέροντας ξένες ιδέες και μηνύματα, οι δορυφόροι αναγνωρίζουν το τι γίνεται μέσα σε μία χώρα. Η ανάπτυξη της ηλεκτρονικής στα οπλικά συστήματα έχει μετατρέψει τον πόλεμο σε δραστηριότητα εκτός τόπου και χρόνου και επικρατεί εκείνος που έχει πρόσβαση σε πιο προχωρημένη τεχνολογία. Ο πόλεμος έχει αποεδαφοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Ο εδαφικές επιχειρήσεις, θα μπορούσα να πω, ότι είναι δευτερεύουσες ενέργειες για εξουδετέρωση της αντίστασης του αντιπάλου εφ΄όσον ο πόλεμος θα έχει κριθεί στον αέρα αλλά κυρίως στην τεχνολογική αντιπαράθεση.
Συμπερασματικά θα έλεγα ότι η σχέση εδάφους και ισχύος έχει αντιστραφεί δηλαδή ένας λαός πρέπει να είναι ισχυρός για να μην κινδυνεύει να χάσει το έδαφός του και ότι αυτό που κατά θαυμαστό τρόπο εξέφρασε το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Αλβανικού Έπους «Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους», έχει διαφοροποιηθεί με την έννοια ότι μικρές χώρες δεν μπορούν να ελπίζουν ότι θα αντισταθούν για πολύ, στηριγμένες γερά στο έδαφός τους.

Κυρίες και Κύριοι,

Στη νέα εποχή, στην εποχή του 21ου αιώνα, η ασφάλεια και η οικονομία αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες που θα στηριχθεί η πορεία μας. Την ασφάλεια, μέχρι πρόσφατα, την διακρίναμε σε εσωτερική και εξωτερική και τα θέματα εσωτερικής ασφάλειας είτε ήταν η τρομοκρατία, το διεθνές έγκλημα, η παράνομη μετανάστευση, είτε ο πληροφοριακός πόλεμος είχαν ανατεθεί στα Υπουργεία Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης. Ήταν ένα εσωτερικό φαινόμενο και έτσι αντιμετωπιζόταν. Μια απόφαση όμως του ΝΑΤΟ, που αποδέχεται, για πρώτη φορά βέβαια, ότι οι ασύμμετρες απειλές είναι εξωτερική απειλή στρατιωτικού χαρακτήρα, αλλάζει τα πράγματα. Με τη θέση αυτή λειτουργεί το άρθρο 5 της Συμμαχίας, εκδηλώνεται δηλαδή η αλληλεγγύη, η συμπαράταξη και η κοινή προσπάθεια. Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς, ιδιαίτερα για τις αποδείξεις ενοχοποίησης των υπευθύνων για τις συνέπειες των πράξεων υλοποίησης των ασύμμετρων απειλών, εκτιμώ ότι έχει ωριμάσει η αντίληψη για μια νέα πολιτική ασφάλειας ώστε να καλύπτει και την αντιμετώπιση των ασύμμετρων απειλών. Υπάρχει επιτακτική ανάγκη οι πολίτες να αισθάνονται ασφαλείς, η κοινωνία μας να είναι θωρακισμένη απέναντι στις ασύμμετρες απειλές. Το θέμα εάν θα συνεχισθεί η ευθύνη αντιμετώπισης των ασύμμετρων απειλών από τα Υπουργεία Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης προβληματίζει τους υπευθύνους.Το βέβαιο είναι ότι σήμερα ζητείται η συμβολή των Ενόπλων Δυνάμεων στην αντιμετώπιση των ασύμμετρων απειλών ως εξωτερική απειλή και αυτό μας οδηγεί στην ανάγκη αναθεώρησης του δόγματος ασφαλείας ώστε να καλύπτει με επάρκεια τις ασύμμετρες απειλές. Η πολιτική Εθνικής Άμυνας έχει ως κεντρικό άξονα της αμυντικής στρατηγικής την αποτροπή της τουρκικής απειλής και την αντιμετώπιση πιθανών κινδύνων από την αποσταθεροποίηση στα Βαλκάνια. Το Στρατηγικό μας Δόγμα είναι αμυντικό, προσανατολισμένο στην αντιμετώπιση των προαναφερθέντων κινδύνων και απειλών. Υπάρχει ανάγκη το δόγμα να αντιμετωπίζει και τις ασύμμετρες απειλές. Οφείλουν οι Ε.Δ. να διαμορφώνουν υποδομές, να αποκτήσουν τα μέσα αλλά και την ικανότητα να αντιμετωπίσουν τις ασύμμετρες απειλές. Αυτό θα επιτευχθεί, κατ΄αρχήν, με την βελτίωση στους τομείς των δικτύων. Η εκμετάλλευση της πληροφορικής και της δυνατότητας αξιοποίησης των νεών μορφών τεχνολογίας από τις Ε.Δ. θα προσδώσει δυνατότητες και ικανότητες αντιμετώπισης ασύμμετρων απειλών.
Η απαξιωτική αντίληψη για την ανθρώπινη ζωή όλων εκείνων που εμπλέκονται στο σύμπλεγμα των ασύμμετρων απειλών και η αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεων τους δυσκολεύει και ελαχιστοποιεί την δυνατότητα των μηχανισμών ασφαλείας να τις αποτρέψουν στο στάδιο της εκδήλωσής των. Αυτό επιβάλλει προβάδισμα στις προληπτικές στρατηγικές σε βάρος των κατασταλτικών και καταδεικνύει την ανάγκη στρατηγικής αναθεώρησης του συστήματος πληροφόρησης και ασφάλειας με επίκεντρο την απρόσκοπτη και καλόπιστη πολυεπίπεδη συνεργασία σε εθνικό και ευρύτερο περιφερειακό επίπεδο ιδιαίτερα με χώρες που πρεσβεύουν τις ίδιες με εμάς αρχές και αξίες.
Ο πληροφοριακός πόλεμος έχει διεθνή υπόσταση και είναι μέρος του γενικού πολέμου. Η απόκτηση τεχνικής, εκπαιδευτικής και θεσμικής υποδομής από τις Ε.Δ. για διεξαγωγή αμυντικών και επιθετικών επιχειρήσεων πληροφοριακού πολέμου είναι προς την σωστή κατεύθυνση. Επίσης επιβάλλεται η ανάληψη πρωτοβουλίας από τις Ε.Δ. ώστε να ενημερωθούν Κυβερνητικοί αξιωματούχοι για την συμβολή του πληροφοριακού πολέμου στην ασφάλεια και άμυνα της χώρας με απώτερο σκοπό την ανάπτυξη οργανωτικών δομών για αντιμετώπιση όλων των συναφών θεμάτων.
Η σταδιακή απεξάρτηση των Ε.Δ. από εμπορικά δίκτυα. Ένας σημαντικός όγκος πληροφοριών μεταφέρεται από εμπορικά μέσα επικοινωνιών που είναι εκτός ελέγχου και προστασίας των Ε.Δ. με αποτέλεσμα την πιθανή ευπάθεια της πληροφοριακής μας υποδομής.
Η δημιουργία σε ανώτατο επίπεδο ενός κεντρικού φορέα για συνεχή εκτίμηση των ασύμμετρων απειλών όπως επίσης και η εισαγωγή του κεφαλαίου των ασύμμετρων απειλών σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης του προσωπικού και ιδιαίτερα των στελεχών των Ε.Δ. θα λειτουργήσουν ενισχυτικά στην αντιμετώπισή των.
Οι Ε.Δ. θα κληθούν να αντιμετωπίσουν το κύριο βάρος των συνεπειών από την χρησιμοποίηση ΟΜΚ. Εκτιμώ ότι η σημερινή ικανότητα των Ε.Δ. για αντιμετώπιση τέτοιων απειλών πρέπει να αυξηθεί.
Αυτές είναι σε γενικές γραμμές οι κατευθύνσεις προς τις οποίες οφείλουν οι Ε.Δ. να εκδηλώσουν ενέργειες ώστε να βελτιωθεί η δυνατότητά των έναντι των ασύμμετρων απειλών. Χρειαζόμαστε Ένοπλες Δυνάμεις ικανές για επιχειρησιακή δράση αλλά και ειδικής εκπαίδευσης του προσωπικού για διαφύλαξη εγκαταστάσεων εθνικού συμφέροντος και διεξαγωγή επιχειρήσεων εναντίον των ασύμμετρων απειλών όταν κριθεί αναγκαίο. Σύμφωνα με τις επιταγές των καιρών ο Ελληνικός Στρατός οφείλει να είναι ευκίνητος, επαγγελματικής εκπαίδευσης και αποτελεσματικός με τη χρήση σύγχρονου εξοπλισμού.

Κυρίες και Κύριοι,

Θα τελειώσω την εισήγησή μου με την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον η χώρα μας αντιμετωπίζει κινδύνους από ασύμμετρες απειλές. Οι νέες μορφές απειλών που είναι χειρότερες από εκείνες με τις οποίες είχαμε συνηθίσει να ζούμε, δεν αναγνωρίζουν σύνορα και δεν έχουν συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές δράσεως. Η Ελλάδα όμως, αν και έχει παραδοσιακά καλές σχέσεις με χώρες περιοχών που, κατά την εκτίμηση πολλών αναλυτών, «εξάγουν» διεθνιστικά φαινόμενα, είναι πιθανό να υποστεί τις συνέπειες ασύμμετρων απειλών λόγω συμμετοχής μας στο ΝΑΤΟ, Ε.Ε. και γενικά σε όργανα συλλογικής ασφάλειας.

ΠΗΓΗ: ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ